Συγκριτική μελέτη «Αρχαιοελληνικού Γάμου» με τον «Λευκαδίτικο Γάμο»

Ετικέτες

, , , ,

Βασισμένη στα βιβλία του Κων/νου Ζιώγα (Κων/πολη 1896) και Θεοδώρου Γεωργάκη (Λευκάδα 2018)

http://www.kolivas.de/archives/320257

22_thodoris_georgakis_vivlia

Της Ιωάννας Κόκλα,
ποιήτριας-συγγραφέως

(Εισήγηση στην παρουσίαση του βιβλίου «Ο Λευκαδίτικος Γάμος», έθιμα – τραγούδια – συμβολισμοί, του Θεοδώρου Σ. Γεωργάκη, Λευκάδα 2018).

Για το συγκεκριμένο πόνημα «Ο Λευκαδίτικος Γάμος», κυρίως για το φωτογραφικό μέρος του βιβλίου, ο συγγραφέας Θ.Γ. συνεργάστηκε και με άλλους Λευκάδιους και φορείς με αξιόλογα φωτογραφικά αρχεία, κι αυτό βεβαίως του προσθέτει μεγαλύτερη αξία και το καθιστά ένα συλλογικό έργο-λεύκωμα λαογραφικού χαρακτήρος – το οποίο επαξίως έρχεται να προστεθεί σε ανάλογα περιεχομένου έργα προγενεστέρων συγγραφέων, με προεξέχοντα τον αείμνηστο λαογράφο μας Πανταζή Κοντομίχη.

Στον κατατεθειμένο γραπτό λόγο του ποιητή Θ.Γ., η γνήσια ριζοθέμελη λαϊκή κληρονομιά, φυσικά και αβίαστα μετατρέπεται σε αυθεντική παράδοση. Γιατί παράδοση δεν είναι μόνο ό,τι παραλαμβάνουμε από τις προηγούμενες γενιές των προμητόρων και των προπατόρων μας, αλλά και ό,τι εμείς παραδίδουμε στις επόμενες. Κυρίως αυτό είναι κι είμαστε ευτυχείς που η Λευκάδα «των ποιητών και των θρύλων», κατά την ρήση του μεγάλου λευκάδιου λόγιου και λαογράφου μας Σπυρίδωνος Ζαμπελίου, γεννά ακόμη, όσο ζη ο ζωοφόρος ομφάλιος λώρος της παράδοσής μας και της ποιητικότατης ντοπιολαλιάς μας, και θα γεννά ποιητές και συγγραφείς υμνητές και άξιους συνεχιστές της …

Η ποικιλομορφία της περιγραφής των αισθημάτων, η γνησιότητα της λιτής απέριττης ομορφιάς, οι ειπωμένες θαρρετές αλήθειες για τις βιωματικές του, βιωματικές μας, πρώιμες παιδικές εμπειρίες, μας συνεπαίρνουν κι όλο θέλουμε το παρακάτω της ανά-γνώσης του βιβλίου «Λευκαδίτικος Γάμος» του Θ. Γ..

16_thodoris_georgakis_vivlia

Η διάχυτη μυσταγωγική ιεροτελεστία του λευκαδίτικου γάμου, η τελεσθείσα με απόλυτο σεβασμό και ιερή κατάνυξη έως την δεκαετία του 1970-80 με τα λαμπρά έθιμα-συμβολισμούς, που τόσο παραστατικά και ταξινομημένα με τρόπο γλαφυρό και ποιητικό μας παραδίδονται από τον συγγραφέα Θ. Γ., συνειρμικά με οδήγησε στο έργο του καθηγητού Κων/νου Ζιώγα «ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΠΑΡΑ ΤΟΙΣ ΑΡΧΑΙΟΙΣ ΕΛΛΗΣΙ», εκδόσεως «τυπογραφείο Ν. Γ. Κεφαλίδη» στην Κων|πολη, το έτος 1896.

Επιτρέψατέ μου δε από το εν λόγω βιβλίο να σας μεταφέρω μερικά αυτούσια αποσπάσματα, προκειμένω αφενός να απολαύσετε την γραφή της πρωτότυπης γλώσσας του κειμένου και κατά δεύτερον να βγάλετε αβίαστα μόνοι σας τα συμπεράσματά σας, περί της διαχρονικότητας της μυσταγωγικής ιεροτελεστίας του γάμου, επί χιλιετίες στην Ελλάδα!

25_thodoris_georgakis_vivlia

Χάριν συντομίας επιλέγονται σχεδόν επιγραμματικά οι καθ΄ όλα πανομοιότυπες διαδικασίες-στάδια του διαχρονικού ελληνικού γάμου, ο οποίος γάμος σημειωτέον υπήρξε μία από τις ιερότερες μυστηριακές προγονικές μας ιεροτελεστίες. Απεκαλείτο «ιερός» και ο σκοπός του, σύμφωνα με τα Πλατωνικά κείμενα (βιβλ. Ε΄ Πολιτείας), δεν είναι άλλος παρά «…η συγκρότησις κοινωνίας ατόμων, έναν κοινόν προορισμόν εχόντων, και προς ένα μόνον αποβλεπόντων σκοπόν, την σύστασιν ευδαίμονος πολιτείας». Την σύστασιν ευδαίμονος πολιτείας, η οποία συνετέλεσε στην κατάρτισιν του αρίστου πολιτεύματος της δημοκρατίας, συμπληρώνουμε. «…Περί της ιερότητας του γάμου και των κατά της ασεβείας προς αυτόν νόμων αρκούντως πραγματεύεται ο Δημοσθένης εν τω κατά Νεαίρας», όπως απεναντίας η παραβίασις της ιερότητάς του, η επιτέλεσις ύβρεως δηλαδή, υπήρξε όχι τυχαία ο κεντρικός πυρήνας των εμπνευσμένων ποιητικών έργων, του συνόλου σχεδόν των προπατόρων ποιητών μας…

Και ξεκινάμε με το πρώτο στάδιο της γαμικής τελεστικής: «Πρό του γάμου προηγείτο πάντοτε η εγγύησις, ήγουν αρραβώνες… Κατά τους αρραβώνας ωρίζετο και η προίξ της γυναικός, φερνή καλουμένη». Εξ ούκαι ο σημερινός χαρακτηρισμόςτης «πολύφερνης νύφης», της φέρουσας δηλ. μεγάλη προίκα!

«Οι γονείς των μελλονύμφων δι’ εγγυήσεως υπέσχοντο την θυγατέρα εις τον υιόν των ετέρων, ήτοι δια γραπτών ομολογιών, αίτινες εκαλούντο εγγύαι, και περί ων οι νόμοι ώριζον τους διαφόρους όρους του γάμου… ‘Όπως όμως οι γονείς των συμφώνησαν υποχρεωμένοι να δίδωσιν προίκα, ούτω και οι σύζυγοι έπρεπε να υποδεχθώσι τας συζύγους εν καινουργέσι θαλάμοις και δώμασιν. Απαραίτητον δήλον ότι καθήκον των ανδρών ήτο να κτίσωσι νέον δώμα και θαλάμους… Εκτός των δώρων του πατρός της νύμφης και των θαλάμων του συζύγου και η μελλόνυμφος ώφειλε να παρέχη τοις οικείοις του ανδρός ενδύματα τα οποία εδίδοντο υπό της νύμφης εις τους οικείους του νυμφίου…και ο ανήρ προσέφερε τα νυμφικά άμφια…».

Υπήρχε παράλληλα και πρόνοια θεσμοθετημένης επιστροφής της προίκας, εάν βεβαίως συνέτρεχαν οι ανάλογοι λόγοι διάλυσης του γάμου: «Η προίξ κατά τους νόμους των αρχαίων επεστρέφετο εις τον πατέρα της νύμφης εν περιπτώσει διαζυγίου, και εν άλλη περιπτώσει εκληρονομείτο υπό των τέκνων. Εκ τούτου δηλούται η ιερότης του γάμου και η πρόνοια, ήν ελάμβανον οι γονείς εκ των προτέρων περί των τέκνων, νόμοι, οίτινες και παρά Ρωμαίοις μετά ταύτα διετηρήθησαν. Και το σπουδαιότερον η καλλίστη συνήθεια του να δίδωνται δώρα τοις οικείοις ήτις και παρ’ ημίν σήμερον διετηρήθη».

Και μας αποσαφηνίζει ότι «η προίξ όμως δεν ήτο και κατά νόμον επιβεβλημένη, ουδέ προσεφέρετο τοιαύτη υπό των πτωχών, αλλ’ υπήρχε πάντοτε ανάλογος της κοινωνικής θέσεως του ατόμου… Εκ πάντων τούτων δήλον ότι κατά τους αρραβώνας υπεγράφοντο αμφοτέρων αι εγγύαι, ωρίζετο δε και η προίξ…».

Έτσι λοιπόν σχεδόν εξ αντιγραφής, πανομοιότυπα «αι εγγύαι», η εγγύησις δηλαδή ή αλλιώς πως ο «λόγος»«έδωκε λόγο» λέμε και εμείς σήμερα, όπως και η καταγραφή της προίκας της νύφης με το «προικοσύμφωνο», το κοινώς λεγόμενο «λιγατοχάρτι», καταγράφονται διαχρονικά σε πλήθος προικοσύμφωνα στον λευκαδίτικο γάμο. Σύμφωνα με τον λαογράφο μας Π. Κοντομίχη, «τα προικοσύμφωνα οι νοτάριοι τα χαρακτήριζαν μάλιστα ως γαμικά συμβόλαια». «Λιγατοχάρτι» βεβαίως λεγόταν, γιατί «λιγάτο» είναι η συλλογή της προίκας, από το αρχ. ρ. (συν+) λέγω με την έννοια του συνάγω, μαζεύω, και ειδικότερα συλλέγω δι’ εμαυτόν, εκ της ρίζας λεγ- εκ της οποίας και τα λεκ-τός, λογάς, συλ-λογή, εκ-λο-γή, λατ. lego. Η λογία ακριβώς γι’ αυτό ήταν η συλλογή συνεισφοράς προς τους φτωχούς, κατά την αρχαιότητα και το Βυζάντιο, (λεξ. Αρχ. Ελλην. Ι. Σταματάκου).

Και για τον τιμώμενο συγγραφέα Θ. Γ., «το λιγατοχάρτι ήταν, ουσιαστικά, μια καταγραφή των ακινήτων, μα και των κινητών πραγμάτων, που έδινε η οικογένεια της νύφης στο ζευγάρι, από μεροδούλια χωράφια, ρίζες ελιές και αμπέλια, ως χοντροσκούτια, σεντόνια, πετσέτες, αλλαξιές ρούχα της νιόνυφης, κοντέσια, λινοσέντονα. Να σημειωθεί δε, πως προίκα έπαιρνε ουσιαστικά και ο γαμπρός, όχι μόνο η νύφη, με τη μορφή χτημάτων, «το μερδικό του», που του παραχωρούσε ο πατέρας απ’ την οικογενειακή περιουσία», το προαναφερθέν «νέον δώμα με τους θαλάμους», στο έργο του Κων/νου Ζιώγα. Και δικαίως επισημαίνει: «Το λιγατοχάρτι αποτελεί συγχρόνως και έναν οδηγό αλάθητο, πως, επί αιώνες, σε τούτο το νησί η παράδοση έχει τόσο γερά θεμέλια, αποτελεί μια αδιάκοπη ροή, που φτάνει μέχρι τις μέρες μας αναλλοίωτη και οδηγήτρα φωτεινή!».

Στην συνέχεια «επόμενο στάδιο μετά την αποδοχή απ’ τις δύο οικογένειες των μελλονύμφων του προξενιού και της σύνταξης του προικοσύμφωνου, ήταν ο ορισμός των αρραβώνων, εκδήλωση με την οποία ανοίγει ουσιαστικά όλο το πάνθεον του παλιού Λευκαδίτικου γάμου. Ένα ανύπαντρο κορίτσι απ’ το σόϊ του γαμπρού, έφερνε προπορευόμενο στο κεφάλι της την κοφοπούλα, μέσα στην οποία ήταν οι βέρες, τα δακτυλίδια των αρραβώνων, τα κοσμήματα της νύφης, (οι βεργέτες, οι μπόκολες, το ποντάλι, η σπίλα), ανάμεσα σε ζαχαράτα και λουλούδια, ένα μικρό ψαλίδι… αλλά και μια μικρή εικόνα. Η κορφοπούλα ήταν καλυμμένη με το κρέπι…με το άλικο κόκκινο φανταχτερό χρώμα της χαράς…».

Με το κρέπι αυτό (χαρισμένο από την μάνα του γαμπρού), η παρθένος μελλόνυμφος του κλειστού μπούστου της καταπληκτικής λευκαδίτικης φορεσιάς, που τόσο προσομοιάζει με την αρχαιοελληνική Μινωίτικη, περνούσε πλέον στο στάδιο της υπάντρου με τον ανοιχτό προβαλλόμενο μπούστο, τον αριστοτεχνικά επικαλυμμένο με το εν λόγω φανταχτερό κρέπι – μαντήλι. Η ετυμολογία της λ. κρέπι (πληθ. κρέπια), μας οδηγεί επακριβώς και στην ονοματοδοσία του, λόγωτης καθοριστικής ιδιότητας την οποία επιτελούσε ως κρεμάμενον στην γυναικεία φορεσιά, δηλ. ανηρτημένον με τους πολύχρωμους καρφοβελόνους και το χρυσό ποντάλι καρφιτσωμένο στο κέντρο. Η μέγιστη συμβολική λατρεία της γονιμικής ιδιότητας, του πλέον καθοριστικού θήλειου χαρακτηριστικού, του στήθους…

Στην ιεροτελεστία των αρραβώνων, μα και «διάχυτο μέσα στο Προικοσύμφωνο, ενυπάρχει το θρησκευτικό στοιχείο, για άνωθεν βοήθεια και απαντοχή, για προκοπή του νιόφωτου… Ο πατέρας του γαμπρού τοποθετούσε τις βέρες πάνω στην εικόνα, τις κινούσε τρείς φορές σταυροειδώς και αρραβώνιαζε πρώτα τη νύφη, ενώ τη βέρα στον γαμπρό περνούσε ο πατέρας της νύφης… το πρώτο γλυκό που μοιράζονταν ήταν η γνωστή Λευκαδίτικη λαδόπιτα…. Καθ’ όλη την διάρκεια που μεσολαβούσε απ’ τα αρραβωνιάσματα μέχρι τον γάμο, η νύφη σπανιότατα, ή τις περισσότερες φορές καθόλου, δεν πήγαινε στο σπίτι του γαμπρού…», κατά την αναφορά του Θ.Γ στον λευκαδίτικο γάμο.

«Περί δε της προς αλλήλους σχέσεως των μεμνηστευμένων… λαμβανομένου υπόψη πρώτον του περιορισμού των νεανίδων, ως περί τούτου δηλοί ο Ξενοφών εν τω Οικονομικώ, και εξ άλλου του τρόπου, καθ’ όν συνίστατο ο γάμος (κατ’απόφασιν δηλ. και προτίμησιν των γονέων) εξάγομεν ότι κατά τους αρχαίους χρόνους οι μεμνηστευμένοι δεν είχον την σήμερον ελευθερίαν των μεμνηστευμένων των μεγαλοπόλεων», καικατά τον ερευνητή καθηγητή Κων/νον Ζιώγα.

«Ο καθορισμός της ημερομηνίας του γάμου ήταν κοινή απόφαση των δύο συμπεθεριακών. Ο παλιός λευκαδίτικος γάμος γίνονταν πάντα την Κυριακή απολείτουργα, όπως ακριβώς τα πρωτοχριστιανικά και βυζαντινά χρόνια… προπολεμικά το μυστήριο του γάμου γίνονταν στο σπίτι της νύφης». Το αυτό συνέβαινε και στον αρχαιελληνικό γάμο, ο οποίος «ετελείτο εν καιρώ ευδίω και πανσελήνω, συνήθως τον μήνα Γαμηλιώνα (ήτοι κατά τα τέλη του παρ’ ημίν μηνός Ιανουαρίου και αρχάς Φεβρουαρίου»).

«Η εβδομάδα πριν το γάμο, ήταν μια εβδομάδα γεμάτη εκδηλώσεις χαράς και τραγουδιών, εκδηλώσεις που ξεκινούσαν απ’ την Τρίτη το βράδυ, με τα περίφημα προζύμια του γαμπρού και την Τετάρτη της νύφης! Η χαρακτηριστική έκφραση: «Το ανάπιασμα των προζυμιών του γαμπρού και της νύφης», εκδήλωση στην οποία έφτιαχναν το κολούρι του γαμπρού, που μαζί με το κουλούρι της νύφης θα μοιράζονταν την Κυριακή στο γαμήλιο τραπέζι… Το ανάπιασμα του προζυμιού έκαναν ανύπαντρες κοπέλες… και εν μέσω των σχετικών τραγουδιών ακολουθούσε το ασήμωμα του προζυμιού… Το ασήμωμα, πέραν απ’ την χρηστική του αποστολή, για την οικονομική ενίσχυση… έχει και ιδιαίτερη συμβολική αξία, την αξία της Θυσίας… η έννοια της θυσίας για το στέριωμα του ζευγαριού, μέσα απ’ την υπέρβαση των γονέων και προκειμένου να ευτυχήσουν τα παιδιά τους, να μην φείδονται θυσιών και να θυσιάζουν τις ελάχιστες οικονομικές τους δυνατότητες… Πάντα πρώτο τραγούδι ακούγονταν το «Φκήσου με Μανούλα μου», ποιού άλλου, της μάνας της θεμελιώτρας του σπιτιού και της σεβάσμιας γεννήτρας, με τις υπερφυσικές δυνάμεις, ενίοτε και μεταφυσικές, στην λαϊκή φαντασία…Αρκεί η πηγαία, αμόλευτη και αθώα ευχή της μάνας, την οποία με ιδαίτερο καμάρι μνημόνευε η νύφη τα κατοπινά χρόνια του έγγαμου της βίου! «Πήρα την ευχή της μανούλας μου…».

Το αντίστοιχο ζυμωμένο κουλούρι κατά τους αρχαιοελληνικούς γάμους, είναι «ο μέγας γαμικός πλακούςεκ σησάμου», ο οποίος μεταξύ άλλων εδεσμάτων κυριαρχούσε στην ευωχία της Τράπεζας του Γάμου ή«γαμικής θοίνης»«πεποιημένος δια το πολύγονον», την πολυτεκνίαν.

Και συνεχίζουμε: «Την Πέμπτη, προ της Κυριακής του γάμου, ανύπαντρα κορίτσια γέμιζαν με τα πλυμένα μαλλιά, τα στρώματα και τα μαξιλάρια της νύφης, ενώ την Παρασκευή το απόγευμα είχαμε τα Καρφώματα. Η πλύση των μαλλιών, για τα προικιά της νύφης, δεν ήταν μια απλή χειρονακτική εργασία, αλλά έπαιρνε πανηγυρικό χαρακτήρα, αφού η πλύση τους γίνονταν με θεαματικό τρόπο και εξ ίσου λαμπρά έθιμα, σαν μέρος του ίδιου του γάμου… μια εκδήλωση με ιδιαίτερο τελετουργικό και γίνονταν στην κοντινότερη πηγή του χωριού… με τον ιδιαίτερο συμβολισμό που εμπεριέχει το τρεχούμενο νερό… Το πλύσιμο των μαλλιών στις πηγές του τρεχούμενου νερού, είχε την μεταφορική έννοια και τον συμβολισμό της κάθαρσης των μελλονύμφων πριν το γάμο, όχι βέβαια τον σωματικό, αλλά τον ψυχικό και πνευματικό, που μόνο τα τρεχούμενα νερά μπορούν να επιτελέσουν, γι΄ αυτό και ουδέποτε έπλεναν τα μαλλιά της νύφης σε πηγάδια και στέρνες, αλλά πάντα σε τρεχούμενο νερό!.. Πομπή ολόκληρη με καβαλαραίους με πολύχρωμα καβαλοσκούτια, ένα ολόκληρο μελίσσι, ξεκινούσαν για την πηγή… Κρασί, φαγητό και τραγούδι έδιναν τον εύθυμο τόνο στην τελετή του πλυσίματος των μαλλιών, όπου οι χοροί με τα τραγούδια ειπωμένα με το στόμα, αντιλαλώντας οι πλαγιές, κρατούσαν μέχρι αργά το απόγευμα. Οπότε όλο το συμπεθεριό, εν πομπή επέστρεφε στο χωριό».

Καταπληκτική εικόνα ολοζώντανης Ομηρικής περιγραφής, στο κεφ. ζ της Οδυσσείας, με την τελεστική αρχαιοελληνική συνήθεια της πλύσης των προικιών της Ναυσικάς στο νησί των Φαιάκων, μα και των «πλυντηρίων» των αραχνοΰφαντων υφασμένων πέπλων των λατρεμένων θεαινών, της Αθηνάς στα Παναθήναια, της Ήρας στα Ηραία του Άργους, στην Ολυμπία και αλλαχού. Και τί να πρωτοαναφέρουμε για την καλλίστη τέχνη της εριουργίας, της «ταλασίας» και της υφαντικής, έργο όλων των νεανίδων και γυναικών προμητόρων μας, από την Ομηρική εποχή έως τις μέρες μας…

Πράγματι, «προ του γάμου κατά την εορτήν «προτέλεια» ή «προγάμεια», ετελείτο η εορτή του λουτρού, ήτοι ελάμβανε χώραν ο νυμφικός λουτρός, καθ’ όν η μελλόνυμφος ελούετο το λουτρόν του γάμου… δια του ύδατος μιας ωρισμένης κρήνης ή ποταμού»… Ο Θουκυδίδης μας αναφέρει «περί της εν Αθήναις κρήνης Καλλιρόης»«Εννεάκρουνος» καλουμένη, «εν Θήβαις δε ο Ισμηνός ποταμός» και αλλαχού άλλες πηγές και ποταμοί. Για αναλογιστείτε αλήθεια η αφανισθείσα φιλοτεχνημένη «Εννεάκρουνος κρήνη της Καλλιρόης των νυμφικών λουτρών», σώζεται σήμερα μόνον κατ’ όνομα, ως ονοματοδοσία… στάσης λεωφορείων και ο καθάρσιος Ισμηνός ποταμός της Θήβας μετατράπηκε στον πιο ρυπασμένο ποταμό εναπόθεσης τοξικών αποβλήτων, μάλιστα δε κατά καιρούς λόγω της υπερβολικής τοξικότητάς του, συνιστάται και η αποφυγή κατανάλωσης της γεωργικής παραγωγής του κάμπου υδροδοσίας του …

Αλλά «να μην χασομερήσουμε γιατί μας κυνηγάει ο χρόνος», η μέρα είν’ Παρασκευή και τα καλότυχα προικιά μ’ όλους εσάς με στίχους και μ’ ευκές, μυρωμένα, καρφωμένα. «Φκήσου με μαννούλα μου», τώρα στα ώρια καρφώματά μου και στα καλορίζικά μου… Οι «γοίκοι ή γιούκοι» είν’ θεόρατοι, οι «κόμποι» ξομπλιασμένοι κι «όθε διαβούν θειαμαίνονται» και όθε περνούν όλοι τους τα βλογάνε.

«Την παραμονή του γάμου, το βράδυ του Σαββάτου, όλοι οι συγγενείς μαζεύονταν χωριστά στα σπίτια του γαμπρού και της νύφης και έφερναν το κανίστρι. Το «Κανίσκιον» ήταν εκδήλωση αλληλεγγύης και υλικής προσφοράς των συγγενών στις δύο οικογένειες των μελλονύμφων, αφού η κοινωνία της παλιάς Λευκάδας, έδινε τεράστια σημασία στον άρρηκτο δεσμό και θεσμό του «Συγγένειου», που στήριζε σε χαρές και λύπες».

Αν όμως «η Τάβλα του Γάμου» χωρούσε τους συγγενείς, κουμπάρους και γείτονες, η «Συνοδεία» της νύφης ή του γαμπρού, με το «Κάλεσμα» αποβραδίς, χωρούσε επιπρόσθετα κι όλους τους άλλους συγχωριανούς, μα και τους περατοχωρίτες…

Από παλαιοτάτων χρόνων διέπρεπεν ο στολισμός της νύφης«η νύμφη είχεν εσθήτα καλήν και περιδέραιον και λίθους πολυτίμους και βέλος ευρύ και μακρόν και ήτο υπό μύρων μεμυρωμένη». Μα «ενδεδυμένοι και εστεφανωμένοι» ήσαν και «ο νυμφίος και ο πάροχος, όστις και παράνυμφος εκαλείτο» και μάλιστα ήταν «τις των μάλιστα αγαπωμένων».

Έτσι ο διαχρονικά καθιερωμένος στολισμός της νύμφης με τις αεικίνητες «φκιάστρες» μα και το «ξούρισμα» του γαμπρού, παλαιόθεν γινόνταν με ευχές, τραγούδια, πειράγματα και σκωπτικά αστεία. Και στην συνέχεια αφού καθαρθούν και ομορφοστολιστούν η νύφη κι ο γαμπρός, επί τω νεωτέρω πολυχρόνιον έθος απολείτουργα την Κυριακή, με τα προπορευόμενα βιολιά, καβάλα στ’ άλογα και με πολλούς συνοδευτές καβαλαραίους, πάνε στην εκκλησία. «Ένα αρσενικό παιδί κρατάει το δίσκο της Βαντιέρας», κι εκεί στην εκκλησιά και πάνω στην Βαντιέρα, «μετά το πέρας του μυστηρίου ο πατέρας της νύφης, παραδίδει στον γαμπρό τις λίρες της προίκας», αν είχε συμφωνηθεί από πριν για να τις δώσει, κι ο ριζοπόλεμος καλά κρατεί…

Στον αρχαιοελληνικό γάμο η διαφορά είναι ότι ο προπορευόμενος «παις», φέρει την λαμπάδα αλλά «καιομένην», ενώ στο λευκαδίτικο πάλι προηγείται, «έμπροσθεν βαίνει», αλλά με τις λαμπάδες σβησμένες επί του δίσκου-Βαντιέρας… Θαυμάσατε όμως και τις ολόϊδιες διαχρονικές «κανηφόρες»κορασίδες, όπου ωσάν τις υπερήφανες κι ορθόστητες λευκαδίτισσες μάνες μας, έφεραν επί της κεφαλής «τας λεκανίδας», τα κάνιστρα με τα «δώρα παρά του της νύμφης πατρός φερόμενα τοις νυμφίοις εν σχήματι πομπής. Παις γάρ, φησίν, ηγείτο χλαμύδα λευκήν έχων και δάδα καιομένην. Έπειτα παις ετέρα κανηφόρος, είτα λοιπαί φέρουσαι λεκανίδας, σμήγματα, φορεία, κτένας, κοίτας, αλαβάστρους, σανδάλια, θήκας, μύρα, νίπτρα, ενίοτε, φησί, και την προίκα».

Οι «καιόμενες νυμφικές δάδες» βεβαίως είναι οι νυφικές μας λαμπάδες, που τόση μα τόση σημασία έχουν για την καλοτυχία του νιόφωτου, από το άναμμά τους, το φυτίλι τους και το λειτούργημά τους ανά τρείς επανωτές Κυριακές στην Εκκλησία…

«Ενδεδυμένην και εστεφανωμένην παρελάμβανε ο νυμφίος την νύμφην εκ της πατρώας της οικίας, της οποίας αι θύραι ήσαν μετ’ ελαίας και δάφνης εστολισμέναι, συνοδευόμενος υφ’ όλων των συγγενών και των οικείων και φίλων και ωδήγει αυτήν εφ’ αμάξης συρομένης υπό ζεύγους ημιόνων ή βοών εις την οικίαν του… Επί της αμάξης ταύτης εκάθηντο τρείς, μέση μεν η νύμφη, εκατέρωθεν δε ο νυμφίος και ο πάροχος», ο σημερινός μας κουμπάρος. «Εν δε τη τελετή ταύτη η πομπή του γάμου εγίνετο ούτω πως: της συνοδείας προηγούντο έτεροι φέροντες δάδας νυμφικάς καλουμένας, έτεροι έψαλλον δι αυλού τον υμέναιον και άλλοι ωρχούντο… Την νύμφην μετά την εκ της πατρώας αυτής οικίας αναχώρησιν περιήγον ανά το άστυ. Εκ του γεγονότος τούτου δηλούται και το έθιμον να επιδεικνύωσι τους νυμφίους, προς θέαν των οποίων εξήρχοντο εν ταις θύραις αι γυναίκες, και οι άνδρες εν αγορά… Ότε δε τέλος έφθανον εις την οικίαν, της οποίας αι θύραι ήσαν εστεφανωμέναι μετά κλάδων ελαίας και δάφνης, η μεν μήτηρ του γαμπρού εξήρχετο μετά δάδων εις υποδοχήν της νύμφης, οι δε λοιποί οικείοι κατέχεον επί του γαμπρού και της νύμφης σύκα και άλλα, καταχύσματα καλούμενα, εις σημείον ευπορίας και ευθύμου βίου».

Πανομοιότυπη και η πομπή «Συνοδεία», όπως και το τελετουργικό της υποδοχής της νύφης από την πεθερά, στον λευκαδίτικο γάμο. Μετά το Μυστήριο του Γάμου, κατά την υποδοχή της νύφης στην είσοδο της αυλής «η μάνα του γαμπρού, η πεθερά, της έβαζε στον λαιμό μπαμπάκι με ζάχαρη, ή μέλι… την πότιζε σε ποτήρι τρεις γουλιές νερό, το υπόλοιπο το πετούσε η νύφη πίσω στο συγκεντρωμένο πλήθος… ακολούθως η πεθερά έδινε στη νύφη ένα τσεκούρι, με το οποίο συμβολικά χτυπούσε τρεις φορές το ανώφλι της κεντρικής εισόδου του νέου της πλέον σπιτικού! Η επόμενη κίνηση ήταν να της παραδώσει ένα γεμάτο σακούλι με αμύγδαλα, ζαχαράτα, καρύδια, μήλα, λαδοκούλουρα και χειροποίητα παξιμάδια, τα οποία πετούσε η νύφη στο συγκεντρωμένο πλήθος στην αυλή», ενώ το πλήθος τραγουδούσε το τραγούδι «έβγα Κυρά και πεθερά να προσδεχθείς τη νύφη». Ύστερα ο πεθερός απ’ το χέρι οδηγούσε τη νύφη στο εσωτερικό του νέου της σπιτικού, πατώντας με το δεξί πάνω σε ένα σιδερικό, κατά κανόνα σε υνί αλετριού!… Έπειτα κάθιζε το νιόφωτο στον κεντρικό σοφά του σπιτιού και δέχονταν τις ευχές. Πρώτοι ο πατέρας και η μάνα της νύφης, με τα δάκρυα του οριστικού αποχωρισμού στα μάτια, εύχονταν στο ζευγάρι, γιατί αυτοί με τους δικούς τους συγγενείς και καλεσμένους θα συνέχιζαν το γλέντι στο δικό τους σπίτι».

Ας παρακολουθήσουμε όμως και τα του υμεναίου και της μυστικής νυκτός… «Μετά δε την Τράπεζαν ομού νύμφη και νυμφίος, κατά πρώτον εγεύοντο κυδώνιον… ως σημείον γλυκείας και τερπνής ομιλίας…ει δε μη, εάν ο τόπος παρήγεν σύκα και άλλα γλυκέα εδέσματα και καρπούς, απαραλλάκτως όπως σήμερον, ότε εις τινα μεν μέρη καταχέονται κριθαί και γλυκύσματα, εις άλλα δε μήλα και άλλα οπωρικά. Καθ’ ον δε χρόνον ο νυμφίος και η νύμφη συνέτρωγον εν τω νυμφικώθαλάμω, νέοι και νέαι έψαλλον τον υμέναιον, ήτοι τον επιθαλάμιον ύμνον, όστις παρ’ αρχαίοις Έλλησιν, ήτο απαραίτητος… Εγίνετο συγχρόνως χορός των παρθένων, οίτινες ενδεδυμέναι τα κάλλιστα ενδύματα και δι’ υακίνθων εστεμμέναι έψαλλον και εχόρευον… Εν τω ύμνω τούτω πλην των επαίνων, τους οποίους απένεμον εις τους νυμφίους προσετίθεντο και ευχαί, αφορώσαι την προς αλλήλους συμβίωσιν, την αγάπην και την ευτεκνίαν… Εξ ων δηλούται ότι μετά την τράπεζαν έπετο χορός και ο ύμνος ο υμέναιος, όστις περίπου περί μέσας νύκτας ελάμβανε πέρας, ίνα έλθη η μυστική καλουμένη νύξ, καθ’ ην συνήρχετο κατά πρώτον νύμφη και νυμφίος».

Ο αποψινός τιμώμενος συγγραφέας μας Θ. Γ., για την ευωχία της Γαμπριάτικης Τάβλας με το γλέντι και τον χορό που την συνόδευε, μας παραθέτει πολλά συγκινητικά ευχητικά και επαινετικά τραγούδια – ύμνους, που θα ήταν ευχής έργον κάποιος ή καλύτερα κάποιοι μουσικοί – χορωδοί να τα ξαναζωντανέψουν, προς όφελος όλων μας…

Αλλά να μην σας αφήσουμε με την αγωνία της «τιμής» της νύφης, συμπληρώνουμε: «Μετά την μυστικήν νύκτα αμέσως την επομένην εδίδοντο δώρα εις τους νυμφίους παρά των οικείων φίλων, άτινα εκαλούντο επαύλια, τα δε διδόμενα κατά την δευτέρανημέραν των γάμων απαύλια, διότι κατά ταύτην ο νυμφίος μετέβαινεν εις του πενθερού, τα δε την τρίτην ημέραν οπτήρια και ανακαλυπτήρια, διότι κατά ταύτην ηνύμφη απεκαλύπτετο και εωράτο». Τα «απαύλια» είναι τα δικά μας πιστρόφια στο πατρικό της νύφης, και τα «οπτήρια ή ανακαλυπτήρια» βεβαίως γιατί κατά το διάστημα των τριών ημερών από τον γάμο η νύφη «κάτω νεύουσα και αιδήμων», χαμηλοβλεπούσα και ντροπαλή, «ίστατο ορθία και άφωνος», δηλ. αμίλητη και άπρακτη με τα χέρια σταυρωμένα, εκπληρούσα επακριβώς την μέχρι εμάς σωζωμένη ρήση «σαν την Νύφη από Δευτέρα».

Και στην νεώτερη λευκαδίτικη εκδοχή… «Τη Δευτέρα το πρωί, αφού τελειώσουν τα γνωστά Λευκαδίτικα, μα και πανελλήνια έθιμα, που έχουν σχέση με την παρθενία της νύφης και απλωθεί σε…κοινή θέα το σεντόνι του πρώτου βραδιού του ζευγαριού, τότε οι γυναίκες, συγγενείς των νεονύμφων ξαναμαζεύονται στο σπίτι του γαμπρού και φτιάχνουν την πίττα των γάμων. Αυτή η πίττα θα μοιραστείσε ολόκληρο το χωριό, μα θα σταλούν τα φελιά της και σε άλλα χωριά, που υπάρχουν συγγενείς… Πρόκειται για αυτό το άριστο οικογενειακό «δέσιμο»…ένας δεσμός ακατάλυτος και μεγάλης αντοχής στο χρόνο…».

Για τον ποιητή Θεόδωρο Γεωργάκη και την ποιητική του συλλογή «Ταυροκαθάψια»:

Αγαπητέ Σφακισάνε Λευκαδίτη,

η πηγαία λυρικότητα ξεχειλίζει σε κάθε σου στίχο,
μέσα απ” τις πανώριες ρίζες λέξεις-φωνές
της λευκαδίτικης ντοπιολαλιάς μας,
που ολόφωτες μας ανάθρεψαν
κανακεύοντάς μας, πάνω στις απλωμένες
υφαντές ποδιές των μανάδων μας…

Λευκάδα, Αύγουστος 2018.

Advertisements

Στην εκδήλωση με θέμα την “Μουσικότητα του Ελληνικού Λόγου” συμμετείχε η Ιωάννα Κόκλα

Η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών διοργάνωσε την Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου στην αίθουσα «Μιχαήλας Αβέρωφ», σε συνεργασία με την Αδελφότητα Βησσανιωτών Ηπείρου και το Ελληνικό Κέντρο Λόγου και Μουσικής «ΜΑΡΙ-ΓΑΙΑ», εκδήλωση με θέμα «Η μουσικότητα του Ελληνικού λόγου» προς τιμήν της μουσικού Μαρίας Στούπη*.

2_ioanna_kokla_EEL

Μεταξύ των ομιλητών της εκδήλωσης ήταν και η συντοπίτισσά μας κα Ιωάννα Κόκλα, ποιήτρια-συγγραφέας και μέλος της ΕΕΛ. Μίλησαν ακόμη η κα Έφη Γιάνναρη, πιανίστρια, μουσικοπαιδαγωγός, η οποία διάβασε και το βιογραφικό της τιμώμενης Μαρίας Στούπη που δεν μπόρεσε για αντικειμενικούς λόγους να παραβρεθεί στην εκδήλωση (προβλήθηκε βιντεοσκοπημένος χαιρετισμός της), η κα Λένα Μουραφέτη, καθηγήτρια πιάνου, ηχοθεραπεύτρια και η κα Αγγελική Κομποχόλη, φιλόλογος, Δρ Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ ακολούθησαν μουσικά ακούσματα από την κα Ιφιγένεια Κοβάνη, λυρική μεσόφωνο-πιανίστρια, και παραδοσιακό-πολυφωνικό τραγούδι από την κα Αυγερινή Γάτση, την κα Φωτεινή Παπαδοπούλου και τον κ. Θεόδωρο Μέρμηγκα.

5_ioanna_kokla_EEL

Στον χαιρετισμό του ο πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών κ. Κώστας Καρούσος, ο οποίος άνοιξε την εκδήλωση, αφού επισήμανε ότι είναι ελάχιστα τα μέλη της ΕΕΛ που προχωρούν αυτόβουλα σε μια ολοκληρωμένη διοργάνωση με ομιλητές, μουσικό πρόγραμμα, απαγγελία κλπ., ευχαρίστησε θερμά την Ιωάννα Κόκλα, αφού όπως πρόσθεσε στη συνέχεια «μέσα στα ελάχιστα αυτά άτομα που αναδεικνύουν την ιστορία και την παράδοση είναι η κα Ιωάννα Κόκλα, ιδιαίτερα προσηλωμένη στην αρχαία μουσική παράδοση, η οποία παράγει έργο από καρδιάς αναζητώντας μέσα από την εταιρεία αυτή την ιστορική προβολή και προωθώντας τον αρχαίο πολιτισμό, τα αρχαία μουσικά όργανα, την ιστορία και την παράδοση…».

Η κα Ιωάννα Κόκλα μίλησε με θέμα «από τον χορό της τραγωδίας στο δημοτικό τραγούδι» (ακούστε την ομιλία της στο 11:00 του παρακάτω βίντεο).

* Η Μαρία Στούπη γεννήθηκε στην Κέρκυρα. Ετελείωσε το Αρσάκειο Πατρών. Μετά το πέρας των σπουδών της στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών πιάνου και αρμονίας μετέβη στη Βιέννη για περαιτέρω σπουδές. Έλαβε μέρος σε πολλές πολιτιστικές εκδηλώσεις, μαζί με το σύζυγό της Χρήστο Νικολαΐδη, δίνοντας συναυλίες και διαλέξεις σε πολλά μέρη της Ελλάδος. Δίδαξε πιάνο σε Ωδεία του Εθνικού, Ελληνικού, Φιλαρμονική Εταιρεία Κέρκυρας Λευκάδας και Απολλωνείου Αθηνών.

Μελοποίησε πάνω από 50 Ορφικούς Ύμνους στο αρχαίο κείμενο, που για πρώτη φορά επιχειρήθηκε από Έλληνα μουσικό. Περισυνέλεξε πολλά τραγούδια και χορούς της πατρίδας μας, τα οποία κατέγραψε άλλα στην τεχνική του πιάνου, άλλα για φωνή, άλλα για βιολί, άλλα για κλαρίνο. Μελοποίησε τραγούδια αρχαίων Ελλήνων Λυρικών και νέων Ελλήνων ποιητών. Αρθρογραφεί για την αρχαία Ελληνική μουσική και γράφει για το θέμα της μουσικής παιδείας σε περιοδικά και εφημερίδες. Το 1998 ίδρυσε το μουσικό συγκρότημα «Ορφικοί», όπου και ακούστηκαν οι «Ορφικοί ύμνοι» σε διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις. Επίσης έχει ασχοληθεί και με τη ζωγραφική. (Πηγή: βιβλιονέτ).

http://www.kolivas.de/archives/307623

https://www.mylefkada.gr/politismos-ekdhloseis-section/politismos-ekdhloseis/stin-ekdilosi-me-thema-tin-moysikotita-toy-ellinikoy-logoy-symmeteiche-i-ioanna-kokla-133235/

 

Εικόνα

Πρόγραμμα του Συνεδρίου Αμφικτυονίας Ελληνισμού 2017, 18 & 19 Νοεμβρίου

Ετικέτες

, , ,

Αγρότισσα Μάννα (Μάννα Γη)

Ετικέτες

, , , , ,

Ομιλία Της Ιωάννας Κόκλα, με θέμα: « ΜΑΝΝΑ ΓΗ»

Κυρίες και Κύριοι

η Λευκαδίτισσα  Ποιήτρια-Συγγραφεύς κ.  Ιωάννα  Κόκλα

(από το περιοδικό μας ΝΗΡΙΚΟΣ)

Στην ημερίδα της Ομοσπονδίας  Λευκαδίτικων Συλλόγων,

προς τιμήν της Λευκαδίτισσας Αγρότισσας.

Λαζαράτα, Καλοκαίρι 2003

 

Ιωάννα Κόκλα

Κυρίες και κύριοι, καλησπέρα σας.

Είναι μεγάλη η χαρά και η τιμή να βρίσκομαι εδώ μαζί σας απόψε, μα πιστέψτε με πολύ μεγαλύτερη είναι η συγκίνηση που νιώθω, γιατί είμαι και εγώ συνέχειας παιδί της Λευκάδας γης, με τις προγονικές μου ρίζες βαθειά  στο χώμα της αναθρεμμένες… Η γενιά μου είναι αγροτική και είμαι υπερήφανη  γι’ αυτό.

Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί συμπατριώτες και συμπατριώτισσες, όπως ένα δέντρο για να κρατηθεί στη ζωή πρέπει να αντλεί, να ρουφάει απ’ τις ρίζες του χώμα και νερό, έτσι και μια κοινωνία, ένα έθνος για να ζήσει και να καρποφορήσει πρέπει να αντλεί, να ρουφάει απ’ τις προγονικές ρίζες και τις παραδόσεις, ιστορικές αλήθειες, αξίες και γνώσεις.

Ευτυχώς για μας η δικιά μας τοπική κοινωνία, το δικό μας έθνος έχουν πλούσιες και βαθιές τις ρίζες, τις ιστορικές αλήθειες και αξίες, έστω και αν στις μέρες μας δεν μας είναι ξεκάθαρες πολλές φορές.  Γιατί μια κρούστα, μια αχλή αιώνων, τις σκεπάζει και εδώ χρειάζεται υπομονή και επιμονή να ξύσουμε την επικαθήμενη σκουριά, να αναταράξουμε τις στάχτες του παρόντος, για να ανακαλύψουμε αυτές τις γνώσεις – αλήθειες και να τις κοινωνήσουμε. «Ένας λαός και ένας τόπος μπορεί να προσβλέπει σ’ ένα λαμπρό μέλλον μόνον όταν γνωρίζει καλά το παρελθόν του». Και εμείς απόψε στο λίγο χρόνο που μας επιτρέπεται να επικοινωνήσουμε,  θα προσπαθήσουμε να ανακαλύψουμε μαζί κάποιες από αυτές τις σοφές αλήθειες και πρώτα απ’ όλα την πανανθρώπινη οικουμενικότητα και σημαντικότητα των εννοιών –λέξεων,  Μάννα και  Γη.

Η κάθε μια ελληνική λέξη ξεχωριστά είναι φορτωμένη ιστορία,  δεν είναι συμβατική, αλλά νοηματική,  σημαίνουσα και συμπαντική.  Η κάθε μια λέξη έρχεται από πολύ μακριά, μεγάλο το ταξίδι, ασύλληπτο, όπως ακριβώς και η γενιά του καθενός μας, μα συγχρόνως τόσο κοντινό και γνώριμο αυτό το ταξίδι για όλους εμάς, που την «μητρικήν γλώσσαν μας έδωσαν Ελληνικήν».

Οι λέξεις, οι ιερότερες λέξεις Μάννα και  Γη γονιμοποίησαν, μορφοποίησαν, έθρεψαν και έδωσαν φωνή και ψυχή στα φωνήματα όλων των ανθρώπων της γης.

Το μπόλιασμα της Ελληνίδος φωνής αχνοφέγγει στα χείλη και τις καρδιές των ανθρώπων της γης, αντιφεγγίζει στα ονόματα που ρέουν με ορμή στο διάβα της ιστορίας, σκορπίζεται στις απέραντες θάλασσες που πλανάται ο νους, θρέφοντας τις ξεγυμνωμένες ρίζες των δέντρων της σκέψης ίδια και απαράλλαχτα όπως το χορταστικό, πυρόξανθο στάρι στα χέρια του γεωργού Τριπτολέμου κάποτε, στις απαρχές του πολιτισμού…

Η μυθολογία μας είναι κωδικοποιημένη η ιστορία μας, όπως λεπτομερώς αναφέρω στο βιβλίο μου «Ελευσίς – Θριάσιον, Ονοματολογία – Ετυμολογία «. Η μυθολογία μας απηχεί, μας διασώζει ιστορικά γεγονότα και πραγματικότητες. Οι μύθοι είναι φορτωμένοι ιστορία για το παρελθόν μας. Οδηγημένοι λοιπόν και εμείς απ’ τις αρχέγονες πρωτοελληνικές λέξεις Μάννα και  Γη, προσδιορίζοντας το «έτυμον», την αλήθεια τους,  την α-λήθη (όχι λησμονιά δηλ.) θα κοινωνήσουμε την γνώση απ’ την ίδια της την ρίζα.

«Φύσει τα ονόματα είναι τοις πράγμασι» ,Πλάτων Κρατύλος. Τα ονόματα συμφωνούν με την φύση των πραγμάτων.

Το πρώτο και τελευταίο έναρθρο ανθρώπινο φώνημα, στο διάβα της ζωής όλων των θνητών σ’ όλες τις γλώσσες του πλανήτη, δεν είναι άλλο από το Μα. Μαμά, Μάννα, Μάτερ, Μητέρα. Λατινικά mater, αγγλικά mother, ιταλικά madre, Ισπανικά madrί, ρωσικά mat, περσικά mataz  κ.λ.π.

Σύμφωνα με την επιστήμη της ψυχολογίας, την Μάννα, την θρέπτειρα μητέρα τροφό και προστάτιδα, βαθειά στο υποσυνείδητό τους οι άνθρωποι πάντοτε την αναζητούσαν και πάντοτε θα την αναζητούν, προκειμένου να πληρώσουν την μοναδική- αποκλειστική σχέση Μάννας – παιδιού.

Η θηλυκή αρχή, η Μάννα, η τροφός αναντικατάστατος και αμόλυντος, διαφεντεύει τις καρδιές και το νου όλων μας, σ’ όποια ηλικία και αν βρισκόμαστε. Τότε ήταν η Γη –μητέρα, η  Γη – μήτρα — >η  Δήμητρα, η πονεμένη προστάτιδα Μάννα τροφός με την αναστημένη της Κόρη Φερσέφασσα (την φέρουσα το φως). Σήμερα είναι η πονεμένη, συντρέχουσα Υπεραγία Παναγία μας, Μητέρα όλων μας με τον αναστημένο της Υιό.

Ο κατά φύσιν άνθρωπος και δη ο πανάρχαιος προσπάππος Πελασγός, είχε συγκινηθεί βαθύτατα από το θείο μυστήριο της γέννας, της βλάστησης και προσπαθούσε με τις αισθήσεις και το πνεύμα του να δώσει εξήγηση για την ζωή και τον θάνατο. Στην ευρύστερνο (πλατύστηθη  τι καταπληκτική λέξη) αγκαλιά της γης, έβλεπε με έκπληξη να τελείται η πιο μυστηριώδης  διεργασία της κυοφορίας. Μια ανεξάντλητη εναλλαγή γέννας, φθοράς και θανάτου. Έβλεπε τη γη θηλυκή, στρογγυλή, να ανοίγει την άνοιξη και κατόπιν να εναγκαλίζεται την φθορά, να φθίνει το φθινόπωρο (εποχή που φθίνουν οι οπώρες). Το θείο μεγαλείο της φύσης, το θαύμα της ζωής,  το τέλος και η αρχή μαζί. Για τούτο την έκανε Μητέρα του,  Γη μήτρα, που γεννά και θρέφει τα πάντα. Την θεοποίησε, θεοποιώντας την θηλυκή της φύση, την θήλεια αρχή, την θεία ενότητα αρχής (σύμφωνα και με τον Α. Σικελιανό). Μα και  σήμερα σ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου εξακολουθεί να είναι γέννους θηλυκού.  Γη, γαία, ανταία, χθών, άρουρα, έρα, Δάερα (Δάειρα),  terra, tellus,1α terre κ.λ.π.

Στις Βάκχες του ο Ευριπίδης (στ. 275 – 6) λέγει: «Νέε μου, δύο είναι τα μεγαλύτερα στους ανθρώπους αγαθά. Η Θεά Δήμητρα το πρώτο. Είναι η Γη και κάλει την με όποιο όνομα θέλεις». Η στρογγυλή Γη ομοιάζει με την μητρική κοιλία, κυοφορούν και οι δύο το σπέρμα, για να βλαστήσει στην συνέχεια η ζωή. «‘Οπου καρποί της γης και παίδες τίθενται παράλληλα ως όμοια», μας λέγει πάλι ο Ευριπίδης. Η λέξη βλαστάρι που χρησιμοποιούμε και εμείς σήμερα, αυτό δεν σημαίνει; Το προϊόν της μητρικής κοιλίας ταυτίζεται με τούς καρπούς της γης και λέγεται καρπός και αυτό, οι δε καρποί της γης οι δημητριακοί, γεννήματα τα λένε οι αγρότες μας.

Τα πανέμορφα γυναικεία ειδώλια, ευρήματα ακόμα και της παλαιολιθικής εποχής, που έρχονται συνεχώς στο φως μετά από αρχαιολογικές ανασκαφές, απεικονίζουν γυμνές γυναικείες μορφές με τονισμένα τα θηλυκά χαρακτηριστικά τους. Οι στρουμπουλές «Αφροδίτες», με τα μεγάλα στήθη και τους υπερτραφείς μηρούς σε κατάσταση εγκυμοσύνης, μας εντυπωσιάζουν είτε είναι από πηλό, πέτρα ή οστό.

Αλλά η γη δεν υπήρξε μόνο η μήτρα των πάντων, «η μητέρα θνητών τε αθανάτων» σύμφωνα και με τον ‘Ομηρο, αλλά συγχρόνως και ο τάφος τους. «Τους νεκρούς Αθηναίοι Δημητρείους ωνόμαζον  το παλατόν», μας ιστορεί ο Πλούταρχος.    Στην γη έπρεπε να αποδοθούν οι άνθρωποι μετά θάνατον δια της ταφής, διότι μόνο τότε«επανερχομένου του σώματος εις την μητέρα γη, εύρισκε ησυχία».  Ως χθονία δε την λάτρευαν, τελούσαν εορτές, εορτάζοντας την ίδια μέρα τα «γενέσια» και τα»νεκύσια»,(νέκυς = ο νεκρός, νεκροταφείον κ.λ.π.), προσφέροντας εναγίσματα (είδος θυσιών) και χοές (είδος σπονδών). ‘Εχυναν δηλαδή επί του εδάφους των τάφων,  λάδι, κρασί, γάλα και μέλι με νερό. Μήπως το ίδιο δεν κάνουμε και εμείς σήμερα;

Τα σπήλαια, τα άδυτα, οι θολωτοί τάφοι, υπήρξαν οι λατρευτικοί χώροι της γης, παραπέμποντάς μας στην εικόνα της θήλειας μήτρας. ‘Ετσι λοιπόν απ’ την αυγή της ανθρώπινης έλλογης παρουσίας, η θηλυκή φύση και αρχή θεοποιήθηκε στο πρόσωπο της Μάννας Γης. Θεοποίησαν στη συνέχεια και τις ιδιότητες και τα γεννήματά της, τη φύση, τη βλάστηση, τον Πλούτο των γεωργικών αγαθών (και τότε πλούτος λογίζονταν μόνον αυτός), τη χλόη, τα ποτάμια, τις πηγές και τα δάση της.  Νηρηίδες, Νεράιδες, Δρυίδες, νύμφες και πότνιες θεές τα ψύχωναν, τα προστάτευαν, έστηναν χορούς, ερωτεύονταν στα σκιερά δάση και στις νεροπηγές της, θεοί και θνητοί.

Επίσης η γη μας, η Γη μητέρα –  Δήμητρα, λατρεύτηκε με την μέγιστη ιδιότητα  μεταξύ των άλλων, της θεσμοφόρου, της νομοθέτιδος δηλαδή, της προστάτιδος των θεσμών του γάμου και της τεκνοποιίας,  μαζί δε και της γεωργίας. Γιατί η γεωργία και ο γάμος – η οικογένεια, είναι οι σημαδιακοί κοινωνικοί και ηθικοί θεσμοί, που οδήγησαν και οδηγούν τον άνθρωπο από την ημιάγρια κατάσταση, στον πολιτισμό.  Η καλή διάταξη των κοινωνιών και η σωστή λειτουργική τους διεργασία είναι συνέπεια της ανάπτυξης και υπάρξεως αυτών των   θεσμών. Ο καθορισμός των αστικών νόμων ανάγεται, βεβαίως, όχι τυχαία, στη θεσμοφόρο Δήμητρα.  «Οι Θείοι νόμοι» σύμφωνα   με τα αρχαία μας κείμενα, ο μέγας θεσμός της Μητρότητας  μαζί με τον άλλο μέγα θεσμό της γεωργικής τέχνης, στήριξαν και στηρίζουν  ολόκληρο το ανθρώπινο επί  της γης οικοδόμημα.

Κι εσείς οι Αγρότισσες, οι γυναίκες της Λευκάδος Γης, οι ευλογημένες Μάννες μας, είστε το ολοζώντανο παράδειγμα των θείων αυτών νόμων.  Στα σεπτά σας ιερά χεροδάκτυλα και στην καρδιά σας, στηρίζεται η γένεση, η θρέψη της ζωής και η συνέχειά της…

«Τους θείους νόμους» και πάλι όχι τυχαία παρέλαβαν οι άνθρωποι, κατόπιν εντολής της Θεάς Δήμητρας, από τα χέρια του πρωτοευλογημένου γεωργού Τριπτολέμου, (ο τρίς φορές αρώσας την γην). Ο πρωτογεωργός Τριπτόλεμος, έγραψε περί γεωργίας και δίδασκε με το γραπτό και τον προφορικό του λόγο,  περιηγούμενος τον κόσμο«περιερχόμενος την οικουμένη, εναερίω επί αμάξης„ μας παραδίδει η ιστορία. ‘Ετσι η Γη Μητέρα-Δήμητρα, έγινε η πρόξενος των μεγίστων αγαθών, δέχθηκε τις λαμπρότερες τιμές και γιορτές, όχι μόνο από τους Έλληνες αλλά και από όλους σχεδόν τους βαρβάρους. «Μεγίστων γάρ αγαθών ανθρώποις αιτίαν γενομένην επιφανεστάτην τυχείν τιμών και θυσιών … ου παρ’ Ελλησοι μόνον, αλλά και παρά πάσι σχεδόν  τοις βαρβάροις, όσοι της τροφής εκοινώνησαν».  (Διόδ. Σικελιώτης Στ. 67, 3).

Συνεχίζοντας όμως τα ετυμολογικά μας ταξίδια, ας γευτούμε λίγο και το μεγαλείο της πρωτογένειας της λέξης  Γη. Κατά την επικρατέστερη ετυμολογική προσέγγιση, η λέξη Γη προέρχεται εκ του αρχαϊκού ρήματος Γω, το οποίον σημαίνει χωρώ, αλλά και γεννώ. ‘Ετσι η Γη ονομάστηκε έτσι, επειδή τα πάντα χωρούσαν επ’ αυτής ή επειδή τα πάντα γεννώνται εξ’ αυτής. Παρήχθησαν δε χιλιάδες παράγωγες λέξεις οικουμενικές και πανανθρώπινες, γηγενής, γεωργός (γη + έρyον), γεωργία, γεωπονία, γεωγραφία,  γεωπέδιον -> γήπεδον, γεώμηλον  κ.λ.π.

Ας σταθούμε όμως στο κάλλιστον των έρyων , στο έργον της γεωργίας, δηλ. την καλλιέργεια της γης.  Σκεφτείτε άραγε είναι τυχαία η ονοματοδοσία της λέξης καλλιέργεια; Η γεωργία, η υψίστη αυτή τέχνη  του κάλλιστου έργου, διαφυλάχθηκε και θα πρέπει να διαφυλάσσεται «ως κόρη οφθαλμού», ως θησαυρός αναντικατάστατος από γενιά σε γενιά. Η αντλούμενη εμπειρία του μακρινού παρελθόντος αναδεικνύει την παράδοση της γεωργικής τέχνης, ολοζώντανο βιβλίο στα αδρά, λιοψημένα χέρια των αγροτών ανθρώπων της γης.

Στην Ελλάδα εδώ και χιλιετίες η γεωργία έγινε επιστήμη. «Πασών επιστημών μήτηρ  γεωργία εστί» μας λέγει ο Αριστοτέλης.  Ο γεωργός – ποιητής Ησίοδος, έγραψε τα περί της γεωργίας στο διδακτικό του έπος, «Εργα και Ημέραι». Το Ησιόδειον άροτρο (αλέτρι) εξακολουθεί και σήμερα να είναι πρότυπον γεωργικόν εργαλείον μετά 30  αιώνες  χρήσεως τουλάχιστον. Πατέρας της γεωργικής επιστήμης θεωρείται ο μαθητής του Σωκράτους, ο  Ξενοφών. Ωραιότατο  και διδακτικότατο είναι το εγκώμιον της γεωργίας στο οποίο φέρεται να λέγει ο Σωκράτης εις τον «Οικονομικόν» του, «ουδέ οι ευτυχέστεροι ημπορούν να απέχουν από την γεωργίαν καλώς δε κ’ εκείνος όστις έφη την γεωργίαν των άλλων τεχνών μητέρα και τροφόν είναι… όπου δ’ αν αναγκασθή η γη χερσεύειν αποσβέννηται και αι άλλαι  τέχναι σχεδόν τε κατά γην και κατά θάλατταν».

Η καλλίστη τέχνη του έργου της γεωργίας, είχε μεγάλη τιμή και υπόληψη και στα Ομηρικά έπη. Τα πλούσια καρποφόρα κτήματα και τα γεωργικά αγαθά εθεωρούντο ως ο πραγματικός πλούτος  και την τέχνη της γεωργίας, εξασκούσαν ακόμα και οι ίδιοι οι βασιλείς. Ο Οδυσσέας προκαλώντας έναν εκ των μνηστήρων, λέγει: «αν θερίσουμε αδιακόπως … και οργώσουμε συναγωνιζόμενοι … τότε θα δεις πόσο εγώ θα σε ξεπεράσω…»

Ο Πλούτος (ο γεωργικός πλούτος, όπως σας προανέφερα)  όχι τυχαία στην μυθολογία μας, αναφέρεται ως ο γυιός της γης και του Ιασίωνα, όπου μάλιστα η σύλληψή του έγινε από την θεά Δήμητρα σε τρεις φορές οργωσμένο χωράφι.  Η αλληγορία του μύθου τούτου είναι πρόδηλη.

Η καλλιεργημένη γη, σε αντιδιαστολή με τα υπόλοιπα ονόματά της, ονομάζονταν άρουρα από την ρίζα αρ.  Εμείς δε την λέμε πλέον άρουρα αλλά λέμε αρουραίος, αρακάς, άργιλος, αρόω = οργώνω, άροτρο, άρτος, Άργος και αγρός, αγρότης. Εξ αυτής  της ρίζας ονοματοδοτήθηκαν και πλήθος χωρών, όπως Αρκαδία, Αραβία, Αρμενία, Βουλγαρία, Ουγγαρία, Άριος,κ.λ.π. Έτσι λοιπόν ο αγρός, ο αγρότης, η αγρότισσα βγαίνει ολοζώντανη και ακέραια  μέσα απ’ την άρουρα γη, την καλλιεργημένη γη.

Αγρότη και αγρότισσα κατέχετε στα χέρια σας έναν άγραφο θησαυρό γνώσεων, παραδομένο από γενιά σε γενιά, αιώνες επί αιώνων… Ο πλούτος της τέχνης σας είναι ανεκτίμητος, δίνει απλόχερα το δώρο της ζωής, τρέφει και ανασταίνει κάθε γέννημα επί της γης. Εσύ Μάννα αγρότισσα, αφέντρα της γης και της ζωής, έχεις το χάρισμα της γέννας και της θρέψης, κουροτρόφος, πλουτοδότειρα.

Και εσύ ειδικά πάνσεπτη λευκαδίτισσα Μάννα αγρότισσα, σωστή δωρική κολόνα αρχαίου Ναού είσαι, ίδια κιστοφόρος  Ελευσιανιακού Ιερού, γεννώσα, τρέφουσα και συντρέχουσα. Λεβεντόκορμη, ξάστερο  βλέμμα, ποτέ κακόμοιρη και αξιολύπητη, με λόγο γλυκό στο στόμα, «καμάρ’ μου, ψ’χή μου». Λες και το χρώμα τ’ ορίζοντα γαληνεύει την καρδιά σου και την κάνει ν’ απλώνεται σ’ όλους περίσσια, σαν την θάλασσα που τριγυρίζει τη ματιά σου.  Η συμμετρία των άστρων αποτυπώνεται στης τέχνης την αλήθεια, στον αργαλειό, στο κέντημα, στο λευκαδίτικο κέντημα. Χρυσές οι κλωστές, ακτινωτά τα σχήματα, σημαδεύουν το χρόνο και δίνουν διαστάσεις στη νόηση. Γυναίκα της Λευκάδος Γης, Μητέρα, ακάματη Κυρά, ολόιδια είσαι  όπως και η Φύση.

Εσείς οι λευκαδίτισσες θειές  με τ’ άξια χέρια της δουλειάς, οι αγρότισσες λευκαδίτισσες Μάννες, υπηρετείτε όσο κανένας άλλος τους θεσμούς της ζωντανής συνέχειας των πανάρχαιων πανανθρώπινων αξιών και παραδόσεων, της αγνής και καθάριας ζωής…  Με το σταρένιο ψωμί των χεριών σας και την ορμήνια των θείων λόγων σας, ψυχοπιάνεται και βλασταίνει ο  σπόρος της ζήσης, τρυφερά προφυλαγμένος στα φυλλοκάρδια της ψυχής σας, μέχρι να γενεί ήλιος λαμπρός, αντλώντας τις ηλιαχτίδες του απ’  το φως των ματιών σας. Και τα γεννήματά σας, σάρκα από την σάρκα σας, μοοχοβολούν το πάλεμα της αργασμένης σας καρδιάς, μπολιάζοντας την ζωή με τ’ άρωμα τ’ Απρίλη. Ευλογημένες να’στε όλες εσείς, Γυναίκες, Κόρες, Μάννες της Λευκάδος Γης, σας προσκυνώ και εγώ συνέχειας παιδί …

Ο τελευταίος μύστης, ο λευκάδιος ποιητής Α. Σικελιανός, προείδε την σημαντικότητα του συμβολισμού της θήλειας ενότητας αρχής και ύμνησε με τους προφητικούς του λόγους, όσο κανένας άλλος την Μητρότητα και τον Αγροτισμό: «Γιατί η Μητρότητα και ο αγροτισμός απ’ τα πανάρχαια χρόνια έκλειναν μέσα τους τον ίδιο ζωτικό καθολικό προορισμό». Για την Γη, την ύπαιθρο χώρα, επισημαίνει: «Η Γη δεν είναι μονάχα το βάθρο αυτής της ηθικής και της πνευματικής εξελίξεως μας μέσα στο παγκόσμιο περιβάλλον … η γη είναι ο άνθρωπος ο ίδιος. Περιττό είναι να ζητούμε έξω απ’ αυτή τον Ουρανό ή τον Άδη αν δεν τα βρούμε απάνω της ακέρια. Για εκείνους που περιφρονήσανε τη Γη και θεωρήσανε ταπεινωμένο τον εαυτό τους επειδή ήταν πλάσματά της, θάπρεπε να υπενθυμίζεται διαρκώς πως η πνευματική και ψυχική ζωή τους, ως την ώρα που κλείσανε τα μάτια, καθορίζονταν αδιάκοπα από εκείνη «.

Και συνεχίζει στις ομιλίες της ημιτελούς «Ελευσίνιας Διαθήκης», αποτυνώμενος στον γεωργό: «Γεωργέ, μην αφήνεις τα παιδιά σου να αυτομολούνε προς τα κέντρα, που η ζωή είναι σφραγισμένη απ’ άκρη σ’ άκρη απ’ την σφραγίδα της πολιτικής και της ηθικής υπερδουλείας, της δουλείας που ακριβώς καλείσαι σήμερα ο αδρότερος μέσα στον κόσμο. Η ζωντανή αποστολή σου είναι η ουσιαστικότερη που υπάρχει σήμερα στη ζωή». 

Λόγια σοφά και προφητικά, ειπωμένα πριν 70 χρόνους περίπου, τότε που το αγροτικό ζήτημα και η ερήμωση της υπαίθρου δεν είχε ακόμα τις διαστάσεις που έχει σήμερα. Σήμερα δυστυχώς όσο ποτέ άλλοτε ο αγρότης, ο «αδρότερος που υπάρχει στον κόσμο», χλευάζεται απ’ τους ανίδεους, ασεβείς και ανιστόρητους  γραφειοκράτες των ανήλιαγων πόλεων, ως άξεστος, χωριάτης, βλάχος, επαρχιώτης…

Το αγροτικό ετήσιο εισόδημα ολοένα και συρρικνώνεται και οι επιταγές της επίσημης πολιτείας επιβάλλουν τον συνεχή περιορισμό του αριθμού των αγροτών μας. Ο αγρότης Έλληνας, αυτός ο πραγματικός άρχοντας, γιατί όποιος κατέχει γη είναι άρχοντας, ο ελεύθερος και ο αδέσμευτος απ’ την δουλεία της εξάρτησης της μισθωτής εργασίας του μεροκάματου, αναγκάζεται να εγκαταλείπει το βιός του, τον πλούτο του και να φεύγει μετανάστης, κυνηγώντας μια καλύτερη μοίρα και από παραγωγικός,  καταντάει μη παραγωγικός, ουραγός και ψωμοζύτης.

‘Ετσι δια του αστικού υπερσυγκεντρωτισμού, ερημώνεται η ύπαιθρος  Ελλάδα χώρα. Εμείς εδώ στην ορεινή Λευκάδα, τις τελευταίες τρεις δεκαετίες το ζήσαμε και το ζούμε πολύ έντονα το πρόβλημα, και έτσι λοιπόν ο στυλοβάτης παραγωγός γεωργός και κτηνοτρόφος γίνεται κι αυτός με τη σειρά του υπερκαταναλωτής των πολυεθνικών, των πολυδιαφημισμένων εισαγομένων προϊόντων της μιας χρήσης…

Τα μεταλλαγμένα δημητριακά, το κονσερβαρισμένο γάλα και το κρέας των τρελαμένων ζώων, γεμίζουν τα ράφια της πολυεθνικής αλυσίδας και του πιο απομεμακρυσμένου μισοερημωμένου χωριού μας δυστυχώς… Η άλλοτε ιερότητα και ο σεβασμός που αντιμετωπίζονταν οι δουλευτές της γης και η ίδια η Μάννα Γη, μας περίσσεψαν… Ο γεωργικός πλούτος της Μάννας Γης μεταλλάσσεται καθημερινώς και μαζί μ’ αυτόν οι παραδόσεις μας, οι αξίες μας, τα όνειρά μας.  Η Γη μας η ευρύστερνος ξεψυχάει απ’ την μόλυνση,  απ’ την εγκατάλειψη, η θάλασσα, ο αέρας, το έδαφος, το υπέδαφός της, ολοένα και περισσότερο μολύνονται…

Παραπλανημένοι μεν, συνυπεύθυνοι δε γιατί τους αφήνουμε να μας αλώνουν κάθε μέρα και πιο πολύ, καταντήσαμε να μην επιτρέπεται να τρυπώσουμε στην αγκαλιά της . Πού χωράει το ευρύστερνος αλήθεια; Τόσο τοις % τοξικά, ραδιενέργεια, υδρογονάνθρακες, ράδιο, πλουτώνιο, υπεριώδης ακτινοβολία και τόσα άλλα συναφή. ‘Ηδη από τον καθημερινό και ανελέητο βιασμό της φύσης έχουμε αλλαγή του κλίματος, ραγδαία αύξηση καρκινογενέσεων…

Ξεχάσαμε ή μάλλον μας προέτρεψαν να ξεχάσουμε ότι είμαστε γεννήματα, παιδιά της Μάννας Γης, ξεπουλήσαμε και ξεπουλάμε την ευρωστία μας, την υγεία μας, τα αισθήματά μας,  την ίδια μας τη φωνή και καταντήσαμε ξεκομμένοι και μοναχικοί, αμπαρωμένοι γεμάτοι φόβους και ανασφάλειες, να ζούμε στις ρυπασμένες πόλεις, δίχως τον ήλιο και τη βροχή να ραντίζουν φως και ελπίδα τα πρόσωπα μας.

Εμείς οι σημερινοί ένοικοι, οι κατοικούντες την Γη, τρεφόμενοι και ζώντες απ’ αυτή, πόσο την σεβόμαστε; Πόσο την σεβόμαστε, την προστατεύουμε, για να προστατέψουμε την ίδια μας τη ζωή σε τελευταία ανάλυση;

‘Ισως η ανθρωπότητα και η γη μας να μην έχει βρεθεί ποτέ άλλοτε σε τέτοια κατάσταση μόλυνσης του περιβάλλοντος. Πού χωράνε να ζήσουν άραγε οι Νηρηίδες, οι Δρυίδες, οι νεράιδες, οι πότνιες θεές; Σε ποια καθάρια νερά θε να λουστούv και σε ποια πυκνόφυλλα δάση θε να κρυφτούν γεμάτες χάρη, έρωτα και φως;

Αν δεν νιώσουμε σάρκα, κομμάτι αυτής της Γης, της φύσης που μας περιβάλλει, αν έστω και αργά δεν αντισταθούμε στους αχόρταγους αλαζονικούς καπηλευτές της γης μας, θα καταστραφούμε… Η μωρία, ο σκοταδισμός, τα πρόσκαιρα υλικά συμφέροντά τους πρέπει να ξεσκεπαστούν και οι πανάρχαιες ελληνικές λέξεις αντίστοιχα να αποκτήσουν την αληθινή τους διάσταση, το αληθινό τους νόημα της γνώσης και της υγιούς σκέψης, για να οδηγηθούμε κάποτε στην ανάπαυση της ψυχής μας, τρυπωμένοι  στην ζεστή αγκαλιά της Μάννας Γης…

Η ζωντανή αποστολή σου αγρότη είναι η ουσιαστικότερη που υπάρχει σήμερα στη ζωή, λέμε και εμείς με την σειρά μας. Και συ  λευκαδίτισσα αγρότισσα, με το καθάριο πρόσωπο ανταμωμένο με τ’ αργασμένα χεροδάκτυλά σου, ας γίνεις φωτεινό ορόσημο στις μέρες μας, γιατί είσαι ολόιδια η Μάννα Γη…

 

 

 

 

Η απαρχή της γέννησης του Λόγου του Ελληνικού – Εισήγηση στο Γ’ Συνέδριο Αμφικτυονίας Ελληνισμού

Ετικέτες

, , , ,