Θεατρικά Έργα

Να τ’κρίνω ή να μην τ’κρίνω; 

Σε βιβλίο κυκλοφόρησε πρόσφατα το θεατρικό έργο της Ιωάννας Κόκλα «Να τ’ κρίνω ή να μην τ’ κρίνω;»  από το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Λευκάδας, με πρόλογο του Δημάρχου και προέδρου του Πνευματικού Κέντρου κ. Κ. Δρακονταειδή και του συγγραφέα Δρ. Φιλολογίας Σπύρου Βρεττού. Το βιβλίο πλαισιώνεται και από ένα πλούσιο ετυμολογικό-ερμηνευτικό λεξιλόγιο, 230 λέξεων και ιδιωματισμών της λευκαδίτικης ντοπιολαλιάς.

Διατίθεται από το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Λευκάδας.

natkrinw.png

 

Σχόλιο στο θεατρικό έργο της Ιωάννας Κόκλα: «Να τ’κρίνω ή να μη τ’κρίνω»

Από την Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού Διδάκτορα Φιλολογίας, Πρόεδρο Συνδέσμου Φιλολόγων Λευκάδας

Μερικούς μήνες πριν η Ιωάννα Κόκλα μας παραδώσει σε ηλεκτρονική μορφή το θεατρικό της έργο με τίτλο: «Να τ’κρίνω ή να μην τ’κρίνω, είχα στα χέρια μου ένα άλλο, θεατρικό επίσης έργο, με τίτλο: «Στου αμπελιώνε τσι φουρκάδες ή O γάμος πάει αμόντε» (έκδ. Πανεπιστημίου Πατρών, Εργαστήριο Μελέτης Νεοελληνικών Διαλέκτων, Αθήνα 2010). Συγγραφέας του έργου η Λενέτα Στράνη, από τη Ζάκυνθο, γνωστή και από άλλα έργα της στο χώρο της ποίησης και της παιδικής λογοτεχνίας. Αναφέρομαι στο συγκεκριμένο θεατρικό της έργο, γιατί συνιστά μια εξαιρετική δοκιμή συγγραφής λογοτεχνικού έργου, από μια σύγχρονη συγγραφέα, στο τοπικό (ζακυνθινό) ιδίωμα, μια ακόμα προσθήκη στη λογοτεχνική παράδοση των τοπικών γλωσσικών ποικιλιών.

Στο εισαγωγικό της σημείωμα η συγγραφέας παρουσιάζει τις σκέψεις της για τη λαογραφικής και γλωσσολογικής σημασίας λογοτεχνική της δοκιμή: «Εύχομαι και ελπίζω η ελάχιστη αυτή προσπάθεια ν’ αποτελέσει αφορμή για πιο μακρινές και διεισδυτικότερες διαδρομές, σε κάθε ελληνική γωνιά, όπου κι αν αυτή βρίσκεται. Είθε οι νεότερες γενιές ν’ ανασκαλέψουν τις λέξεις μέσα στο μπαούλο, στο σετούκιν, στην κασέλα, στο κασέλι, στο φότζερο, στο παρακάσελο.

Και βέβαια, όχι για να τις συμπεριλάβουμε αναγκαστικά στο σημερινό μας λεξιλόγιο – ο χρόνος είναι ποτάμι που τρέχει ασταμάτητο – αλλά για να τις πλησιάσουμε, ν’ ακούσουμε τη μοσκιάδα τους, να τις αφήσουμε να μας οδηγήσουν, μέσ’ από το λιμπρέτο της παραθυρούλας του χρόνου, στο ξαστοχημένο πολιτιστικό μας παρελθόν. Είναι κι αυτός ένας από τους πιο ενδεδειγμένους τρόπους να διευρύνουμε εμείς οι Νεοέλληνες το στοχασμό μας και οι διαπροσωπικές μας σχέσεις ν’ αποκτήσουν λέξεις-στέρεους αρμούς, έτσι ώστε να επανακτήσουμε το γνήσιο και το αληθινό, αρετές που θα επιφέρουν την επαναστατική αλλαγή στην καθημερινή μας ζωή, περιορίζοντας το έλλειμμα της ουσιαστικής επικοινωνίας των ημερών μας.»

Και τότε ακολούθησε-ως μια αναπάντεχη συνέχεια ανταποκρινόμενη στο «γνήσιο και το αληθινό» της Λενέτας Στράνη- το θεατρικό έργο της Ιωάννας Κόκλα, γνωστής από τις ποιητικές της συλλογές και την αναστροφή της με το περιβάλλον ιδεών της Σικελιάνειας σκέψης, «Να τ’κρίνω ή να μην τ’κρίνω» (Νικιάνα Λευκάδας, 2012), σε δακτυλογραφημένο χειρόγραφο, που προγραμματίζεται να παρασταθεί από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Νικιάνας την Άνοιξη του 2015. Το έργο, μια «σατυρική λαογραφική ηθογραφία»-όπως η ίδια το χαρακτηρίζει- γραμμένο στη λευκαδίτικη ντοπιολαλιά, αναφέρεται «στη δεκαετία 1950-1960, σε σύγκριση με το σήμερα», αφήνοντας να διαφανεί η χρονική σύνδεση και συνέχεια των γλωσσικών και κοινωνικών συμβάντων.

Ευκρινής ο ηθογραφικός χαρακτήρας του έργου, καθώς αναδύεται μια εντοπισμένη στο χώρο και στο χρόνο εικονοποιία της αγροτικής ζωής της Λευκάδας και αναπαράγεται η ανθρώπινη τυπολογία του απλού κατοίκου της υπαίθρου, με τα έθιμα, τις συνήθειες, τη νοοτροπία του και προπάντων τα λαϊκά ήθη σύμφυτα με μια μακρά παράδοση συμβιωτικών σχέσεων του μικρού και περιορισμένου αγροτικού χώρου. Και όλη η ατμόσφαιρα να περιβάλλεται από ένα κωμικό και ιδιόμορφα σατιρικό ύφος-τόσο αναγνωρίσιμο διαχρονικά στον κάτοικο της υπαίθρου Λευκάδας.

Αναδεικνύονται προπάντων οι γυναικείοι χαρακτήρες, μέσω των οποίων, με μαεστρία ψυχογραφική αλλά μέσα στα όρια της πραγματικότητας που διαμορφώνει η ελληνική-η λευκαδίτικη ειδικότερα- patria potestas: η γυναίκα αποφασίζει, επιβάλλει πλαγίως, λειτουργεί ανατρεπτικά και «ανοίγει τα μάτια» του κοινωνικού της περίγυρου, που είναι ο ελληνικός λαός σε κυκλική ιστορία εξαπάτησης και διαψεύσεων. Πόσο στέρεη και ευφυής λαϊκή πολιτική κριτική, με γυναικοκεντρικό προσανατολισμό πλαισιωμένη από κωμικά στρατηγήματα, τα οποία εκφέρονται κωμικότερα μέσω της τραχιάς, ανεπεξέργαστης-ως τα όρια του γκροτέσκο- ντοπιολαλιάς της υπαίθρου Λευκάδας.

Σ’αυτούς τους πολιτικοποιημένους γυναικείους διαλόγους, όπως και σε άλλες αναδρομικές αφηγήσεις, γίνεται σύζευξη των χρόνων-παρελθόν και παρόν- και αναλύεται η παροντική κατάσταση του τόπου, συνέχεια νοοτροπιών που έχουν στοιχειώσει την κακοδαιμονία του: «Οι ασύφταγοι, που μας φέρανε σ’αυτά τα χάλια την πατρίδα μας…Τρώνε, τρώνε, σαν τα γουρούνια…Το νου τους τον έχουνε μοναχά πώς θα φάνε, και πώς να σκιάζουνε τον φτωχό τον κοσμάκη…Θα πεινάσ’τε και θα πεινάσ’τε…Γιατί τόσα χρόνια δεν πεινούσαμε; Είμαστε ποτέ χορτάτοι; Μας θέλουνε αγράμματους και κακομοίρηδες… Μοναχά για τα παλαμάκια και τους ψήφους… Και μετά; Πού σε είδα, που σε ξέρω…»
Δώδεκα πρόσωπα: ο αφηγητής, η μάνα, ο Μανώλης, ο παππούς, ο Σπυραντώνης, ο Βασιλάκης, η νύφη, η εξαδέλφη, η θεια Βασίλω, η Χρυσαυγή, η Μαυρέτα, η Ακριβούλα, σε δύο πράξεις, με έξι και δέκα σκηνές αντίστοιχα στην κάθε πράξη, ενορχηστρώνουν τη δράση τους στο λαογραφικό περιβάλλον ενός λευκαδίτικου χωριού, σ’έναν κλειστό μικρόκοσμο ενδοοικογενειακών σχέσεων και των διασυνδέσεών του με τις ευρύτερες σχέσεις της κοινωνικότητας των λαϊκών ανθρώπων της υπαίθρου: συγγενείς, κουμπάροι και συμπεθέροι, γειτονιά, καφενείο.

Η υπόθεση-γύρω από έναν νεανικό έρωτα που δεν εγκρίνεται από τη μάνα- ανελίσσεται δυναμικά μέσα στις συνήθεις, επαναλαμβανόμενες σκηνές της καθημερινής ζωής του χωριού. Είναι ωστόσο ως να λειτουργεί προσχηματικά-παρόλο που το έργο δομείται ως πλήρες θεατρικό δρώμενο, με τους κανόνες και την ευκρινή δομή του- με σκοπό να επενδύσει την ανθρωπολογία των ηρώων και τις εκφράσεις τους με την τοπική διάλεκτο, εξέχουσα πρωταγωνίστρια αυτής της λαογραφικής σύνθεσης, συμβάλλοντας μ’αυτό τον τρόπο στη διάσωση του πολιτισμικού φαινομένου της τοπικής διαλέκτου και στην ανανέωση του προβληματισμού και της έρευνας για τη γένεση, τις επήρειες, τις μεταβάσεις και τις μεταλλαγές της ανάλογα με την ιστορική συγκυρία που την παράγει.

Εικόνες και ακούσματα ανασταίνονται που φέρουμε-και η ίδια η συγγραφέας έχει εγκαταστήσει στη μνήμη της- από την αναστροφή των παιδικών μας χρόνων με χωριά της Λευκάδας. Ολόκληρες φράσεις, τυπικές σχεδόν, της εντοπιότητας, που εκφέρονται από θειάδες, μπαρμπάδες, κουμπάρους και συμπεθέρους, όπως η κοινωνικότητα και οι συμβιωτικές σχέσεις των ανθρώπων ήξεραν να δημιουργούν εναρμονίζοντας τις αντιθέσεις και εξισορροπώντας τις διαφορετικότητες και τις ανάγκες.

Σημειώνουμε ότι το λευκαδίτικο ιδίωμα, διαμορφώνει τόσο τον λεκτικό όσο και τον φωνολογικό του χαρακτήρα στα χρόνια της ενετικής κατάκτησης του νησιού 1684-1797, οπότε και υποχωρούν προγενέστερες επήρειες της τουρκοκρατίας και της φραγκοκρατίας για να επικρατήσει, στην πόλη κυρίως, διοικητικό και οικονομικό κέντρο του νησιού, το βενετικό ιδίωμα. Αυτό το ιδίωμα που αναπτύχθηκε και εξυπηρέτησε αστικές διοικητικές, και πολιτισμικές ανάγκες της πόλης, με βραδείς ρυθμούς πέρασε στην ύπαιθρο, όπου επιβίωσαν ισχυρότερα οι επιδράσεις της τουρκοκρατίας και της απέναντι στεριάς, με την οποία η ύπαιθρος διατηρούσε έντονες οικονομικές σχέσεις. Βασικό χαρακτηριστικό του ιδιώματος αυτού είναι ότι εμφανίζει την πτώση των άτονων ι και ου μέσα στη λέξη-και στο τέλος της λέξης- και την πτώση του τελικού ι.

Το χαρακτηριστικό αυτό μαζί με ένα πολύ πλούσιο ιδιωματικό λεξιλόγιο εικονογραφεί τη γλώσσα της λαϊκής αγροτικής εντοπιότητας, το οποίο η Ιωάννα Κόκλα-και προς διευκόλυνση του άπειρου γλωσσικά αναγνώστη ή ακροατή- ακινητοποιεί σε ένα επαρκέστατο λεξιλόγιο ετυμολογικό και ερμηνευτικό: ενταγμένο στον λαογραφικό προσανατολισμό του λογοτεχνικού της έργου και στην εμπρόθετη κίνησή της να συμβάλει στη διάσωση του γλωσσικού τοπικού μας πλούτου και στην πολιτισμική του σημασία. Το λεξιλόγιο μπορεί να αποτελέσει «αντικείμενο διαλεκτολογικής έρευνας και ανάλυσης», καθώς σημειώνει, προκειμένου για ένα αντίστοιχο λεξιλόγιο στο προαναφερόμενο έργο της Λενέτας Στράνη, ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Πατρών, Σταύρος Κουμπιάς.

Είναι σημαντικό ότι με αυτό το έργο, η γλωσσική λευκαδίτικη “ιδιόλεκτος” δεν εγκιβωτίζεται στατικά σε ένα λεξικό του λευκαδίτικου ιδιώματος-όπου η γλωσσολογική έρευνα, αναγκαία και επιθυμητή μπορεί να καταλήξει- και απ’αυτή την άποψη έχουμε τα πολύτιμα λεξικά του Χριστόφορου Λάζαρη τα Λευκαδίτικα-Ετυμολογικόν και ερμηνευτικόν λεξιλόγιον των γλωσσικών ιδιωμάτων της νήσου Λευκάδος (Ιωάννινα 1978) και του Πανταζή Κοντομίχη, Λεξικό του λευκαδίτικου γλωσσικού ιδιώματος (ιδιωματικό-ερμηνευτικό,-λαογραφικό), εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 2001, όπως και την υπό εξέλιξη έρευνα του Βασίλη Φίλιππα και άλλες παλαιότερα. Αλλά αναπαράγεται, μέσα από τις νωπές μνήμες της συγγραφέως, στο αυθεντικό, θα έλεγα, περιβάλλον της λευκαδίτικης υπαίθρου και σε συγκεκριμένη επικοινωνιακή περίσταση στην οποία ενορχηστρώνονται και αναβιώνουν ανθρώπινες σχέσεις, νοοτροπίες, κοινωνικές προκαταλήψεις και αξίες, γύρω από το γάμο, τον έρωτα, την προίκα και την ιδιοκτησία, τη θέση της γυναίκας, τις διαγενεακές σχέσεις και τις ενδοοικογενειακές συγκρούσεις-το χάσμα των γενεών ακόμα και στις αργές στην εξέλιξή τους αγροτικές κοινότητες. Υφαίνεται δηλαδή ως αισθητική γλωσσική χειρονομία-ένα είδος εκφραστικού λαογραφικού στυλ- ενσωματωμένου οργανικά στην κουλτούρα της καθημερινής ζωής.

Οι ήρωες ενδύονται τη γλώσσα κι αυτή φέρει την οικείωση με τη γνησιότητα της ζωής και των συναισθημάτων τους, του ψυχικού τους κόσμου, που προσδιορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την τάξη ή την αταξία, τη συμμόρφωση ή την απείθεια στους ηθικούς και κοινωνικούς κανόνες, και στις αξίες που κυβερνούν τις επιλογές των ανθρώπων στον κλειστό κόσμο της υπαίθρου.

Το θεατρικό έργο της Ιωάννας Κόκλα «Να τ’κρίνω ή να μη τ’ κρίνω» προσφέρει στην ισχνή έως ανύπαρκτη τοπική λογοτεχνία του τοπικού ιδιώματος ένα αυθεντικό περίπου ηχόχρωμα ενσωματωμένο στη ζωντανή λαογραφία της λευκαδίτικης αγροτικής ζωής, καθώς κινείται στο χρόνο και παρά τις αναπόφευκτες-και γρήγορες- μεταβολές, ανα-παράγει ένα κοινωνικό τοπίο και μια ανθρωπολογία της οποίας εκφραστικό πορτρέτο είναι η γλωσσική ιδιαιτερότητα. Κι αυτό ακριβώς μεταγγίζει ο λόγος και η θεατρική πράξη της Ιωάννας Κόκλα. Όπως και τη ζήσαμε σε μια παλλόμενη-όπως η πραγματικότητα- θεατρική σκηνή, στην οποία βρεθήκαμε όλοι μας οργανικοί συμπαίκτες!

Advertisements