Ετικέτες

, , , ,

Βασισμένη στα βιβλία του Κων/νου Ζιώγα (Κων/πολη 1896) και Θεοδώρου Γεωργάκη (Λευκάδα 2018)

http://www.kolivas.de/archives/320257

22_thodoris_georgakis_vivlia

Της Ιωάννας Κόκλα,
ποιήτριας-συγγραφέως

(Εισήγηση στην παρουσίαση του βιβλίου «Ο Λευκαδίτικος Γάμος», έθιμα – τραγούδια – συμβολισμοί, του Θεοδώρου Σ. Γεωργάκη, Λευκάδα 2018).

Για το συγκεκριμένο πόνημα «Ο Λευκαδίτικος Γάμος», κυρίως για το φωτογραφικό μέρος του βιβλίου, ο συγγραφέας Θ.Γ. συνεργάστηκε και με άλλους Λευκάδιους και φορείς με αξιόλογα φωτογραφικά αρχεία, κι αυτό βεβαίως του προσθέτει μεγαλύτερη αξία και το καθιστά ένα συλλογικό έργο-λεύκωμα λαογραφικού χαρακτήρος – το οποίο επαξίως έρχεται να προστεθεί σε ανάλογα περιεχομένου έργα προγενεστέρων συγγραφέων, με προεξέχοντα τον αείμνηστο λαογράφο μας Πανταζή Κοντομίχη.

Στον κατατεθειμένο γραπτό λόγο του ποιητή Θ.Γ., η γνήσια ριζοθέμελη λαϊκή κληρονομιά, φυσικά και αβίαστα μετατρέπεται σε αυθεντική παράδοση. Γιατί παράδοση δεν είναι μόνο ό,τι παραλαμβάνουμε από τις προηγούμενες γενιές των προμητόρων και των προπατόρων μας, αλλά και ό,τι εμείς παραδίδουμε στις επόμενες. Κυρίως αυτό είναι κι είμαστε ευτυχείς που η Λευκάδα «των ποιητών και των θρύλων», κατά την ρήση του μεγάλου λευκάδιου λόγιου και λαογράφου μας Σπυρίδωνος Ζαμπελίου, γεννά ακόμη, όσο ζη ο ζωοφόρος ομφάλιος λώρος της παράδοσής μας και της ποιητικότατης ντοπιολαλιάς μας, και θα γεννά ποιητές και συγγραφείς υμνητές και άξιους συνεχιστές της …

Η ποικιλομορφία της περιγραφής των αισθημάτων, η γνησιότητα της λιτής απέριττης ομορφιάς, οι ειπωμένες θαρρετές αλήθειες για τις βιωματικές του, βιωματικές μας, πρώιμες παιδικές εμπειρίες, μας συνεπαίρνουν κι όλο θέλουμε το παρακάτω της ανά-γνώσης του βιβλίου «Λευκαδίτικος Γάμος» του Θ. Γ..

16_thodoris_georgakis_vivlia

Η διάχυτη μυσταγωγική ιεροτελεστία του λευκαδίτικου γάμου, η τελεσθείσα με απόλυτο σεβασμό και ιερή κατάνυξη έως την δεκαετία του 1970-80 με τα λαμπρά έθιμα-συμβολισμούς, που τόσο παραστατικά και ταξινομημένα με τρόπο γλαφυρό και ποιητικό μας παραδίδονται από τον συγγραφέα Θ. Γ., συνειρμικά με οδήγησε στο έργο του καθηγητού Κων/νου Ζιώγα «ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΠΑΡΑ ΤΟΙΣ ΑΡΧΑΙΟΙΣ ΕΛΛΗΣΙ», εκδόσεως «τυπογραφείο Ν. Γ. Κεφαλίδη» στην Κων|πολη, το έτος 1896.

Επιτρέψατέ μου δε από το εν λόγω βιβλίο να σας μεταφέρω μερικά αυτούσια αποσπάσματα, προκειμένω αφενός να απολαύσετε την γραφή της πρωτότυπης γλώσσας του κειμένου και κατά δεύτερον να βγάλετε αβίαστα μόνοι σας τα συμπεράσματά σας, περί της διαχρονικότητας της μυσταγωγικής ιεροτελεστίας του γάμου, επί χιλιετίες στην Ελλάδα!

25_thodoris_georgakis_vivlia

Χάριν συντομίας επιλέγονται σχεδόν επιγραμματικά οι καθ΄ όλα πανομοιότυπες διαδικασίες-στάδια του διαχρονικού ελληνικού γάμου, ο οποίος γάμος σημειωτέον υπήρξε μία από τις ιερότερες μυστηριακές προγονικές μας ιεροτελεστίες. Απεκαλείτο «ιερός» και ο σκοπός του, σύμφωνα με τα Πλατωνικά κείμενα (βιβλ. Ε΄ Πολιτείας), δεν είναι άλλος παρά «…η συγκρότησις κοινωνίας ατόμων, έναν κοινόν προορισμόν εχόντων, και προς ένα μόνον αποβλεπόντων σκοπόν, την σύστασιν ευδαίμονος πολιτείας». Την σύστασιν ευδαίμονος πολιτείας, η οποία συνετέλεσε στην κατάρτισιν του αρίστου πολιτεύματος της δημοκρατίας, συμπληρώνουμε. «…Περί της ιερότητας του γάμου και των κατά της ασεβείας προς αυτόν νόμων αρκούντως πραγματεύεται ο Δημοσθένης εν τω κατά Νεαίρας», όπως απεναντίας η παραβίασις της ιερότητάς του, η επιτέλεσις ύβρεως δηλαδή, υπήρξε όχι τυχαία ο κεντρικός πυρήνας των εμπνευσμένων ποιητικών έργων, του συνόλου σχεδόν των προπατόρων ποιητών μας…

Και ξεκινάμε με το πρώτο στάδιο της γαμικής τελεστικής: «Πρό του γάμου προηγείτο πάντοτε η εγγύησις, ήγουν αρραβώνες… Κατά τους αρραβώνας ωρίζετο και η προίξ της γυναικός, φερνή καλουμένη». Εξ ούκαι ο σημερινός χαρακτηρισμόςτης «πολύφερνης νύφης», της φέρουσας δηλ. μεγάλη προίκα!

«Οι γονείς των μελλονύμφων δι’ εγγυήσεως υπέσχοντο την θυγατέρα εις τον υιόν των ετέρων, ήτοι δια γραπτών ομολογιών, αίτινες εκαλούντο εγγύαι, και περί ων οι νόμοι ώριζον τους διαφόρους όρους του γάμου… ‘Όπως όμως οι γονείς των συμφώνησαν υποχρεωμένοι να δίδωσιν προίκα, ούτω και οι σύζυγοι έπρεπε να υποδεχθώσι τας συζύγους εν καινουργέσι θαλάμοις και δώμασιν. Απαραίτητον δήλον ότι καθήκον των ανδρών ήτο να κτίσωσι νέον δώμα και θαλάμους… Εκτός των δώρων του πατρός της νύμφης και των θαλάμων του συζύγου και η μελλόνυμφος ώφειλε να παρέχη τοις οικείοις του ανδρός ενδύματα τα οποία εδίδοντο υπό της νύμφης εις τους οικείους του νυμφίου…και ο ανήρ προσέφερε τα νυμφικά άμφια…».

Υπήρχε παράλληλα και πρόνοια θεσμοθετημένης επιστροφής της προίκας, εάν βεβαίως συνέτρεχαν οι ανάλογοι λόγοι διάλυσης του γάμου: «Η προίξ κατά τους νόμους των αρχαίων επεστρέφετο εις τον πατέρα της νύμφης εν περιπτώσει διαζυγίου, και εν άλλη περιπτώσει εκληρονομείτο υπό των τέκνων. Εκ τούτου δηλούται η ιερότης του γάμου και η πρόνοια, ήν ελάμβανον οι γονείς εκ των προτέρων περί των τέκνων, νόμοι, οίτινες και παρά Ρωμαίοις μετά ταύτα διετηρήθησαν. Και το σπουδαιότερον η καλλίστη συνήθεια του να δίδωνται δώρα τοις οικείοις ήτις και παρ’ ημίν σήμερον διετηρήθη».

Και μας αποσαφηνίζει ότι «η προίξ όμως δεν ήτο και κατά νόμον επιβεβλημένη, ουδέ προσεφέρετο τοιαύτη υπό των πτωχών, αλλ’ υπήρχε πάντοτε ανάλογος της κοινωνικής θέσεως του ατόμου… Εκ πάντων τούτων δήλον ότι κατά τους αρραβώνας υπεγράφοντο αμφοτέρων αι εγγύαι, ωρίζετο δε και η προίξ…».

Έτσι λοιπόν σχεδόν εξ αντιγραφής, πανομοιότυπα «αι εγγύαι», η εγγύησις δηλαδή ή αλλιώς πως ο «λόγος»«έδωκε λόγο» λέμε και εμείς σήμερα, όπως και η καταγραφή της προίκας της νύφης με το «προικοσύμφωνο», το κοινώς λεγόμενο «λιγατοχάρτι», καταγράφονται διαχρονικά σε πλήθος προικοσύμφωνα στον λευκαδίτικο γάμο. Σύμφωνα με τον λαογράφο μας Π. Κοντομίχη, «τα προικοσύμφωνα οι νοτάριοι τα χαρακτήριζαν μάλιστα ως γαμικά συμβόλαια». «Λιγατοχάρτι» βεβαίως λεγόταν, γιατί «λιγάτο» είναι η συλλογή της προίκας, από το αρχ. ρ. (συν+) λέγω με την έννοια του συνάγω, μαζεύω, και ειδικότερα συλλέγω δι’ εμαυτόν, εκ της ρίζας λεγ- εκ της οποίας και τα λεκ-τός, λογάς, συλ-λογή, εκ-λο-γή, λατ. lego. Η λογία ακριβώς γι’ αυτό ήταν η συλλογή συνεισφοράς προς τους φτωχούς, κατά την αρχαιότητα και το Βυζάντιο, (λεξ. Αρχ. Ελλην. Ι. Σταματάκου).

Και για τον τιμώμενο συγγραφέα Θ. Γ., «το λιγατοχάρτι ήταν, ουσιαστικά, μια καταγραφή των ακινήτων, μα και των κινητών πραγμάτων, που έδινε η οικογένεια της νύφης στο ζευγάρι, από μεροδούλια χωράφια, ρίζες ελιές και αμπέλια, ως χοντροσκούτια, σεντόνια, πετσέτες, αλλαξιές ρούχα της νιόνυφης, κοντέσια, λινοσέντονα. Να σημειωθεί δε, πως προίκα έπαιρνε ουσιαστικά και ο γαμπρός, όχι μόνο η νύφη, με τη μορφή χτημάτων, «το μερδικό του», που του παραχωρούσε ο πατέρας απ’ την οικογενειακή περιουσία», το προαναφερθέν «νέον δώμα με τους θαλάμους», στο έργο του Κων/νου Ζιώγα. Και δικαίως επισημαίνει: «Το λιγατοχάρτι αποτελεί συγχρόνως και έναν οδηγό αλάθητο, πως, επί αιώνες, σε τούτο το νησί η παράδοση έχει τόσο γερά θεμέλια, αποτελεί μια αδιάκοπη ροή, που φτάνει μέχρι τις μέρες μας αναλλοίωτη και οδηγήτρα φωτεινή!».

Στην συνέχεια «επόμενο στάδιο μετά την αποδοχή απ’ τις δύο οικογένειες των μελλονύμφων του προξενιού και της σύνταξης του προικοσύμφωνου, ήταν ο ορισμός των αρραβώνων, εκδήλωση με την οποία ανοίγει ουσιαστικά όλο το πάνθεον του παλιού Λευκαδίτικου γάμου. Ένα ανύπαντρο κορίτσι απ’ το σόϊ του γαμπρού, έφερνε προπορευόμενο στο κεφάλι της την κοφοπούλα, μέσα στην οποία ήταν οι βέρες, τα δακτυλίδια των αρραβώνων, τα κοσμήματα της νύφης, (οι βεργέτες, οι μπόκολες, το ποντάλι, η σπίλα), ανάμεσα σε ζαχαράτα και λουλούδια, ένα μικρό ψαλίδι… αλλά και μια μικρή εικόνα. Η κορφοπούλα ήταν καλυμμένη με το κρέπι…με το άλικο κόκκινο φανταχτερό χρώμα της χαράς…».

Με το κρέπι αυτό (χαρισμένο από την μάνα του γαμπρού), η παρθένος μελλόνυμφος του κλειστού μπούστου της καταπληκτικής λευκαδίτικης φορεσιάς, που τόσο προσομοιάζει με την αρχαιοελληνική Μινωίτικη, περνούσε πλέον στο στάδιο της υπάντρου με τον ανοιχτό προβαλλόμενο μπούστο, τον αριστοτεχνικά επικαλυμμένο με το εν λόγω φανταχτερό κρέπι – μαντήλι. Η ετυμολογία της λ. κρέπι (πληθ. κρέπια), μας οδηγεί επακριβώς και στην ονοματοδοσία του, λόγωτης καθοριστικής ιδιότητας την οποία επιτελούσε ως κρεμάμενον στην γυναικεία φορεσιά, δηλ. ανηρτημένον με τους πολύχρωμους καρφοβελόνους και το χρυσό ποντάλι καρφιτσωμένο στο κέντρο. Η μέγιστη συμβολική λατρεία της γονιμικής ιδιότητας, του πλέον καθοριστικού θήλειου χαρακτηριστικού, του στήθους…

Στην ιεροτελεστία των αρραβώνων, μα και «διάχυτο μέσα στο Προικοσύμφωνο, ενυπάρχει το θρησκευτικό στοιχείο, για άνωθεν βοήθεια και απαντοχή, για προκοπή του νιόφωτου… Ο πατέρας του γαμπρού τοποθετούσε τις βέρες πάνω στην εικόνα, τις κινούσε τρείς φορές σταυροειδώς και αρραβώνιαζε πρώτα τη νύφη, ενώ τη βέρα στον γαμπρό περνούσε ο πατέρας της νύφης… το πρώτο γλυκό που μοιράζονταν ήταν η γνωστή Λευκαδίτικη λαδόπιτα…. Καθ’ όλη την διάρκεια που μεσολαβούσε απ’ τα αρραβωνιάσματα μέχρι τον γάμο, η νύφη σπανιότατα, ή τις περισσότερες φορές καθόλου, δεν πήγαινε στο σπίτι του γαμπρού…», κατά την αναφορά του Θ.Γ στον λευκαδίτικο γάμο.

«Περί δε της προς αλλήλους σχέσεως των μεμνηστευμένων… λαμβανομένου υπόψη πρώτον του περιορισμού των νεανίδων, ως περί τούτου δηλοί ο Ξενοφών εν τω Οικονομικώ, και εξ άλλου του τρόπου, καθ’ όν συνίστατο ο γάμος (κατ’απόφασιν δηλ. και προτίμησιν των γονέων) εξάγομεν ότι κατά τους αρχαίους χρόνους οι μεμνηστευμένοι δεν είχον την σήμερον ελευθερίαν των μεμνηστευμένων των μεγαλοπόλεων», καικατά τον ερευνητή καθηγητή Κων/νον Ζιώγα.

«Ο καθορισμός της ημερομηνίας του γάμου ήταν κοινή απόφαση των δύο συμπεθεριακών. Ο παλιός λευκαδίτικος γάμος γίνονταν πάντα την Κυριακή απολείτουργα, όπως ακριβώς τα πρωτοχριστιανικά και βυζαντινά χρόνια… προπολεμικά το μυστήριο του γάμου γίνονταν στο σπίτι της νύφης». Το αυτό συνέβαινε και στον αρχαιελληνικό γάμο, ο οποίος «ετελείτο εν καιρώ ευδίω και πανσελήνω, συνήθως τον μήνα Γαμηλιώνα (ήτοι κατά τα τέλη του παρ’ ημίν μηνός Ιανουαρίου και αρχάς Φεβρουαρίου»).

«Η εβδομάδα πριν το γάμο, ήταν μια εβδομάδα γεμάτη εκδηλώσεις χαράς και τραγουδιών, εκδηλώσεις που ξεκινούσαν απ’ την Τρίτη το βράδυ, με τα περίφημα προζύμια του γαμπρού και την Τετάρτη της νύφης! Η χαρακτηριστική έκφραση: «Το ανάπιασμα των προζυμιών του γαμπρού και της νύφης», εκδήλωση στην οποία έφτιαχναν το κολούρι του γαμπρού, που μαζί με το κουλούρι της νύφης θα μοιράζονταν την Κυριακή στο γαμήλιο τραπέζι… Το ανάπιασμα του προζυμιού έκαναν ανύπαντρες κοπέλες… και εν μέσω των σχετικών τραγουδιών ακολουθούσε το ασήμωμα του προζυμιού… Το ασήμωμα, πέραν απ’ την χρηστική του αποστολή, για την οικονομική ενίσχυση… έχει και ιδιαίτερη συμβολική αξία, την αξία της Θυσίας… η έννοια της θυσίας για το στέριωμα του ζευγαριού, μέσα απ’ την υπέρβαση των γονέων και προκειμένου να ευτυχήσουν τα παιδιά τους, να μην φείδονται θυσιών και να θυσιάζουν τις ελάχιστες οικονομικές τους δυνατότητες… Πάντα πρώτο τραγούδι ακούγονταν το «Φκήσου με Μανούλα μου», ποιού άλλου, της μάνας της θεμελιώτρας του σπιτιού και της σεβάσμιας γεννήτρας, με τις υπερφυσικές δυνάμεις, ενίοτε και μεταφυσικές, στην λαϊκή φαντασία…Αρκεί η πηγαία, αμόλευτη και αθώα ευχή της μάνας, την οποία με ιδαίτερο καμάρι μνημόνευε η νύφη τα κατοπινά χρόνια του έγγαμου της βίου! «Πήρα την ευχή της μανούλας μου…».

Το αντίστοιχο ζυμωμένο κουλούρι κατά τους αρχαιοελληνικούς γάμους, είναι «ο μέγας γαμικός πλακούςεκ σησάμου», ο οποίος μεταξύ άλλων εδεσμάτων κυριαρχούσε στην ευωχία της Τράπεζας του Γάμου ή«γαμικής θοίνης»«πεποιημένος δια το πολύγονον», την πολυτεκνίαν.

Και συνεχίζουμε: «Την Πέμπτη, προ της Κυριακής του γάμου, ανύπαντρα κορίτσια γέμιζαν με τα πλυμένα μαλλιά, τα στρώματα και τα μαξιλάρια της νύφης, ενώ την Παρασκευή το απόγευμα είχαμε τα Καρφώματα. Η πλύση των μαλλιών, για τα προικιά της νύφης, δεν ήταν μια απλή χειρονακτική εργασία, αλλά έπαιρνε πανηγυρικό χαρακτήρα, αφού η πλύση τους γίνονταν με θεαματικό τρόπο και εξ ίσου λαμπρά έθιμα, σαν μέρος του ίδιου του γάμου… μια εκδήλωση με ιδιαίτερο τελετουργικό και γίνονταν στην κοντινότερη πηγή του χωριού… με τον ιδιαίτερο συμβολισμό που εμπεριέχει το τρεχούμενο νερό… Το πλύσιμο των μαλλιών στις πηγές του τρεχούμενου νερού, είχε την μεταφορική έννοια και τον συμβολισμό της κάθαρσης των μελλονύμφων πριν το γάμο, όχι βέβαια τον σωματικό, αλλά τον ψυχικό και πνευματικό, που μόνο τα τρεχούμενα νερά μπορούν να επιτελέσουν, γι΄ αυτό και ουδέποτε έπλεναν τα μαλλιά της νύφης σε πηγάδια και στέρνες, αλλά πάντα σε τρεχούμενο νερό!.. Πομπή ολόκληρη με καβαλαραίους με πολύχρωμα καβαλοσκούτια, ένα ολόκληρο μελίσσι, ξεκινούσαν για την πηγή… Κρασί, φαγητό και τραγούδι έδιναν τον εύθυμο τόνο στην τελετή του πλυσίματος των μαλλιών, όπου οι χοροί με τα τραγούδια ειπωμένα με το στόμα, αντιλαλώντας οι πλαγιές, κρατούσαν μέχρι αργά το απόγευμα. Οπότε όλο το συμπεθεριό, εν πομπή επέστρεφε στο χωριό».

Καταπληκτική εικόνα ολοζώντανης Ομηρικής περιγραφής, στο κεφ. ζ της Οδυσσείας, με την τελεστική αρχαιοελληνική συνήθεια της πλύσης των προικιών της Ναυσικάς στο νησί των Φαιάκων, μα και των «πλυντηρίων» των αραχνοΰφαντων υφασμένων πέπλων των λατρεμένων θεαινών, της Αθηνάς στα Παναθήναια, της Ήρας στα Ηραία του Άργους, στην Ολυμπία και αλλαχού. Και τί να πρωτοαναφέρουμε για την καλλίστη τέχνη της εριουργίας, της «ταλασίας» και της υφαντικής, έργο όλων των νεανίδων και γυναικών προμητόρων μας, από την Ομηρική εποχή έως τις μέρες μας…

Πράγματι, «προ του γάμου κατά την εορτήν «προτέλεια» ή «προγάμεια», ετελείτο η εορτή του λουτρού, ήτοι ελάμβανε χώραν ο νυμφικός λουτρός, καθ’ όν η μελλόνυμφος ελούετο το λουτρόν του γάμου… δια του ύδατος μιας ωρισμένης κρήνης ή ποταμού»… Ο Θουκυδίδης μας αναφέρει «περί της εν Αθήναις κρήνης Καλλιρόης»«Εννεάκρουνος» καλουμένη, «εν Θήβαις δε ο Ισμηνός ποταμός» και αλλαχού άλλες πηγές και ποταμοί. Για αναλογιστείτε αλήθεια η αφανισθείσα φιλοτεχνημένη «Εννεάκρουνος κρήνη της Καλλιρόης των νυμφικών λουτρών», σώζεται σήμερα μόνον κατ’ όνομα, ως ονοματοδοσία… στάσης λεωφορείων και ο καθάρσιος Ισμηνός ποταμός της Θήβας μετατράπηκε στον πιο ρυπασμένο ποταμό εναπόθεσης τοξικών αποβλήτων, μάλιστα δε κατά καιρούς λόγω της υπερβολικής τοξικότητάς του, συνιστάται και η αποφυγή κατανάλωσης της γεωργικής παραγωγής του κάμπου υδροδοσίας του …

Αλλά «να μην χασομερήσουμε γιατί μας κυνηγάει ο χρόνος», η μέρα είν’ Παρασκευή και τα καλότυχα προικιά μ’ όλους εσάς με στίχους και μ’ ευκές, μυρωμένα, καρφωμένα. «Φκήσου με μαννούλα μου», τώρα στα ώρια καρφώματά μου και στα καλορίζικά μου… Οι «γοίκοι ή γιούκοι» είν’ θεόρατοι, οι «κόμποι» ξομπλιασμένοι κι «όθε διαβούν θειαμαίνονται» και όθε περνούν όλοι τους τα βλογάνε.

«Την παραμονή του γάμου, το βράδυ του Σαββάτου, όλοι οι συγγενείς μαζεύονταν χωριστά στα σπίτια του γαμπρού και της νύφης και έφερναν το κανίστρι. Το «Κανίσκιον» ήταν εκδήλωση αλληλεγγύης και υλικής προσφοράς των συγγενών στις δύο οικογένειες των μελλονύμφων, αφού η κοινωνία της παλιάς Λευκάδας, έδινε τεράστια σημασία στον άρρηκτο δεσμό και θεσμό του «Συγγένειου», που στήριζε σε χαρές και λύπες».

Αν όμως «η Τάβλα του Γάμου» χωρούσε τους συγγενείς, κουμπάρους και γείτονες, η «Συνοδεία» της νύφης ή του γαμπρού, με το «Κάλεσμα» αποβραδίς, χωρούσε επιπρόσθετα κι όλους τους άλλους συγχωριανούς, μα και τους περατοχωρίτες…

Από παλαιοτάτων χρόνων διέπρεπεν ο στολισμός της νύφης«η νύμφη είχεν εσθήτα καλήν και περιδέραιον και λίθους πολυτίμους και βέλος ευρύ και μακρόν και ήτο υπό μύρων μεμυρωμένη». Μα «ενδεδυμένοι και εστεφανωμένοι» ήσαν και «ο νυμφίος και ο πάροχος, όστις και παράνυμφος εκαλείτο» και μάλιστα ήταν «τις των μάλιστα αγαπωμένων».

Έτσι ο διαχρονικά καθιερωμένος στολισμός της νύμφης με τις αεικίνητες «φκιάστρες» μα και το «ξούρισμα» του γαμπρού, παλαιόθεν γινόνταν με ευχές, τραγούδια, πειράγματα και σκωπτικά αστεία. Και στην συνέχεια αφού καθαρθούν και ομορφοστολιστούν η νύφη κι ο γαμπρός, επί τω νεωτέρω πολυχρόνιον έθος απολείτουργα την Κυριακή, με τα προπορευόμενα βιολιά, καβάλα στ’ άλογα και με πολλούς συνοδευτές καβαλαραίους, πάνε στην εκκλησία. «Ένα αρσενικό παιδί κρατάει το δίσκο της Βαντιέρας», κι εκεί στην εκκλησιά και πάνω στην Βαντιέρα, «μετά το πέρας του μυστηρίου ο πατέρας της νύφης, παραδίδει στον γαμπρό τις λίρες της προίκας», αν είχε συμφωνηθεί από πριν για να τις δώσει, κι ο ριζοπόλεμος καλά κρατεί…

Στον αρχαιοελληνικό γάμο η διαφορά είναι ότι ο προπορευόμενος «παις», φέρει την λαμπάδα αλλά «καιομένην», ενώ στο λευκαδίτικο πάλι προηγείται, «έμπροσθεν βαίνει», αλλά με τις λαμπάδες σβησμένες επί του δίσκου-Βαντιέρας… Θαυμάσατε όμως και τις ολόϊδιες διαχρονικές «κανηφόρες»κορασίδες, όπου ωσάν τις υπερήφανες κι ορθόστητες λευκαδίτισσες μάνες μας, έφεραν επί της κεφαλής «τας λεκανίδας», τα κάνιστρα με τα «δώρα παρά του της νύμφης πατρός φερόμενα τοις νυμφίοις εν σχήματι πομπής. Παις γάρ, φησίν, ηγείτο χλαμύδα λευκήν έχων και δάδα καιομένην. Έπειτα παις ετέρα κανηφόρος, είτα λοιπαί φέρουσαι λεκανίδας, σμήγματα, φορεία, κτένας, κοίτας, αλαβάστρους, σανδάλια, θήκας, μύρα, νίπτρα, ενίοτε, φησί, και την προίκα».

Οι «καιόμενες νυμφικές δάδες» βεβαίως είναι οι νυφικές μας λαμπάδες, που τόση μα τόση σημασία έχουν για την καλοτυχία του νιόφωτου, από το άναμμά τους, το φυτίλι τους και το λειτούργημά τους ανά τρείς επανωτές Κυριακές στην Εκκλησία…

«Ενδεδυμένην και εστεφανωμένην παρελάμβανε ο νυμφίος την νύμφην εκ της πατρώας της οικίας, της οποίας αι θύραι ήσαν μετ’ ελαίας και δάφνης εστολισμέναι, συνοδευόμενος υφ’ όλων των συγγενών και των οικείων και φίλων και ωδήγει αυτήν εφ’ αμάξης συρομένης υπό ζεύγους ημιόνων ή βοών εις την οικίαν του… Επί της αμάξης ταύτης εκάθηντο τρείς, μέση μεν η νύμφη, εκατέρωθεν δε ο νυμφίος και ο πάροχος», ο σημερινός μας κουμπάρος. «Εν δε τη τελετή ταύτη η πομπή του γάμου εγίνετο ούτω πως: της συνοδείας προηγούντο έτεροι φέροντες δάδας νυμφικάς καλουμένας, έτεροι έψαλλον δι αυλού τον υμέναιον και άλλοι ωρχούντο… Την νύμφην μετά την εκ της πατρώας αυτής οικίας αναχώρησιν περιήγον ανά το άστυ. Εκ του γεγονότος τούτου δηλούται και το έθιμον να επιδεικνύωσι τους νυμφίους, προς θέαν των οποίων εξήρχοντο εν ταις θύραις αι γυναίκες, και οι άνδρες εν αγορά… Ότε δε τέλος έφθανον εις την οικίαν, της οποίας αι θύραι ήσαν εστεφανωμέναι μετά κλάδων ελαίας και δάφνης, η μεν μήτηρ του γαμπρού εξήρχετο μετά δάδων εις υποδοχήν της νύμφης, οι δε λοιποί οικείοι κατέχεον επί του γαμπρού και της νύμφης σύκα και άλλα, καταχύσματα καλούμενα, εις σημείον ευπορίας και ευθύμου βίου».

Πανομοιότυπη και η πομπή «Συνοδεία», όπως και το τελετουργικό της υποδοχής της νύφης από την πεθερά, στον λευκαδίτικο γάμο. Μετά το Μυστήριο του Γάμου, κατά την υποδοχή της νύφης στην είσοδο της αυλής «η μάνα του γαμπρού, η πεθερά, της έβαζε στον λαιμό μπαμπάκι με ζάχαρη, ή μέλι… την πότιζε σε ποτήρι τρεις γουλιές νερό, το υπόλοιπο το πετούσε η νύφη πίσω στο συγκεντρωμένο πλήθος… ακολούθως η πεθερά έδινε στη νύφη ένα τσεκούρι, με το οποίο συμβολικά χτυπούσε τρεις φορές το ανώφλι της κεντρικής εισόδου του νέου της πλέον σπιτικού! Η επόμενη κίνηση ήταν να της παραδώσει ένα γεμάτο σακούλι με αμύγδαλα, ζαχαράτα, καρύδια, μήλα, λαδοκούλουρα και χειροποίητα παξιμάδια, τα οποία πετούσε η νύφη στο συγκεντρωμένο πλήθος στην αυλή», ενώ το πλήθος τραγουδούσε το τραγούδι «έβγα Κυρά και πεθερά να προσδεχθείς τη νύφη». Ύστερα ο πεθερός απ’ το χέρι οδηγούσε τη νύφη στο εσωτερικό του νέου της σπιτικού, πατώντας με το δεξί πάνω σε ένα σιδερικό, κατά κανόνα σε υνί αλετριού!… Έπειτα κάθιζε το νιόφωτο στον κεντρικό σοφά του σπιτιού και δέχονταν τις ευχές. Πρώτοι ο πατέρας και η μάνα της νύφης, με τα δάκρυα του οριστικού αποχωρισμού στα μάτια, εύχονταν στο ζευγάρι, γιατί αυτοί με τους δικούς τους συγγενείς και καλεσμένους θα συνέχιζαν το γλέντι στο δικό τους σπίτι».

Ας παρακολουθήσουμε όμως και τα του υμεναίου και της μυστικής νυκτός… «Μετά δε την Τράπεζαν ομού νύμφη και νυμφίος, κατά πρώτον εγεύοντο κυδώνιον… ως σημείον γλυκείας και τερπνής ομιλίας…ει δε μη, εάν ο τόπος παρήγεν σύκα και άλλα γλυκέα εδέσματα και καρπούς, απαραλλάκτως όπως σήμερον, ότε εις τινα μεν μέρη καταχέονται κριθαί και γλυκύσματα, εις άλλα δε μήλα και άλλα οπωρικά. Καθ’ ον δε χρόνον ο νυμφίος και η νύμφη συνέτρωγον εν τω νυμφικώθαλάμω, νέοι και νέαι έψαλλον τον υμέναιον, ήτοι τον επιθαλάμιον ύμνον, όστις παρ’ αρχαίοις Έλλησιν, ήτο απαραίτητος… Εγίνετο συγχρόνως χορός των παρθένων, οίτινες ενδεδυμέναι τα κάλλιστα ενδύματα και δι’ υακίνθων εστεμμέναι έψαλλον και εχόρευον… Εν τω ύμνω τούτω πλην των επαίνων, τους οποίους απένεμον εις τους νυμφίους προσετίθεντο και ευχαί, αφορώσαι την προς αλλήλους συμβίωσιν, την αγάπην και την ευτεκνίαν… Εξ ων δηλούται ότι μετά την τράπεζαν έπετο χορός και ο ύμνος ο υμέναιος, όστις περίπου περί μέσας νύκτας ελάμβανε πέρας, ίνα έλθη η μυστική καλουμένη νύξ, καθ’ ην συνήρχετο κατά πρώτον νύμφη και νυμφίος».

Ο αποψινός τιμώμενος συγγραφέας μας Θ. Γ., για την ευωχία της Γαμπριάτικης Τάβλας με το γλέντι και τον χορό που την συνόδευε, μας παραθέτει πολλά συγκινητικά ευχητικά και επαινετικά τραγούδια – ύμνους, που θα ήταν ευχής έργον κάποιος ή καλύτερα κάποιοι μουσικοί – χορωδοί να τα ξαναζωντανέψουν, προς όφελος όλων μας…

Αλλά να μην σας αφήσουμε με την αγωνία της «τιμής» της νύφης, συμπληρώνουμε: «Μετά την μυστικήν νύκτα αμέσως την επομένην εδίδοντο δώρα εις τους νυμφίους παρά των οικείων φίλων, άτινα εκαλούντο επαύλια, τα δε διδόμενα κατά την δευτέρανημέραν των γάμων απαύλια, διότι κατά ταύτην ο νυμφίος μετέβαινεν εις του πενθερού, τα δε την τρίτην ημέραν οπτήρια και ανακαλυπτήρια, διότι κατά ταύτην ηνύμφη απεκαλύπτετο και εωράτο». Τα «απαύλια» είναι τα δικά μας πιστρόφια στο πατρικό της νύφης, και τα «οπτήρια ή ανακαλυπτήρια» βεβαίως γιατί κατά το διάστημα των τριών ημερών από τον γάμο η νύφη «κάτω νεύουσα και αιδήμων», χαμηλοβλεπούσα και ντροπαλή, «ίστατο ορθία και άφωνος», δηλ. αμίλητη και άπρακτη με τα χέρια σταυρωμένα, εκπληρούσα επακριβώς την μέχρι εμάς σωζωμένη ρήση «σαν την Νύφη από Δευτέρα».

Και στην νεώτερη λευκαδίτικη εκδοχή… «Τη Δευτέρα το πρωί, αφού τελειώσουν τα γνωστά Λευκαδίτικα, μα και πανελλήνια έθιμα, που έχουν σχέση με την παρθενία της νύφης και απλωθεί σε…κοινή θέα το σεντόνι του πρώτου βραδιού του ζευγαριού, τότε οι γυναίκες, συγγενείς των νεονύμφων ξαναμαζεύονται στο σπίτι του γαμπρού και φτιάχνουν την πίττα των γάμων. Αυτή η πίττα θα μοιραστείσε ολόκληρο το χωριό, μα θα σταλούν τα φελιά της και σε άλλα χωριά, που υπάρχουν συγγενείς… Πρόκειται για αυτό το άριστο οικογενειακό «δέσιμο»…ένας δεσμός ακατάλυτος και μεγάλης αντοχής στο χρόνο…».

Για τον ποιητή Θεόδωρο Γεωργάκη και την ποιητική του συλλογή «Ταυροκαθάψια»:

Αγαπητέ Σφακισάνε Λευκαδίτη,

η πηγαία λυρικότητα ξεχειλίζει σε κάθε σου στίχο,
μέσα απ” τις πανώριες ρίζες λέξεις-φωνές
της λευκαδίτικης ντοπιολαλιάς μας,
που ολόφωτες μας ανάθρεψαν
κανακεύοντάς μας, πάνω στις απλωμένες
υφαντές ποδιές των μανάδων μας…

Λευκάδα, Αύγουστος 2018.

Advertisements