Ετικέτες

, , , , , ,

Στα χνάρια του Δαίρπφελδ, από το Ομηρικόν «Νήιον» στο «λιμάνι του Φόρκυνος», στην «Κόρακος πέτρη παρά την Αρέθουσα κρήνη», με κατεύθυνση προς την «Λευκάδα πέτρη» παρά το «ιερόν του Λευκάτα Απόλλωνος».

ΟΜΗΡΙΚΗ ΙΘΑΚΗ – ΛΕΥΚΑΔΑ

ΙΘΑΚΗ: ρ. ελεύθω= εξέρχομαι, αναβαίνω, αποκαλύπτομαι, με μέλλοντα ελεύσομαι. Ευχρηστότερος τύπος της Αττικής διαλέκτου, ήτο ο τύπος του είμι =έρχομαι.

Ἔρχομαι ἤ εἶμι, ἦα ἤ ἤειν, ἐλεύσομαι, ἦλθον, ἐλήλυθα, ἐληλύθειν.

Ρίζα του ρ. από τον ενεστώτα ελεύθω, είναι ελεύθ-, μέλλ. ελεύθ-σομαι=ελεύσομαι, με παράγωγες λέξεις ἔλευσις, Ἐλευσίς, ελευθερία, ελευθερουργός, απελευθέρωσις, κ.λ.π. Από την μετοχή ἰών -ἰοῦσα – ἰόν : ἀνιοῦσα, κατιοῦσα, προ-ιόν. Από το απαρέμφατο ἰέναι: προσ-ιέναι, εισ-ιέναι, συν-ιέναι, παρ-ιέναι, «ἐπί νηός ἰέναι», «ἰέναι εἰς λόγους», κ.λ.π.

Από την προστακτική ἴθι- ἴτω -ἴτε -ἰόντων:

ἴθι: « ἴθι δή» (εμπρός λοιπόν), ἴθμα (ομηρ. βάδισμα), Ιθάκη

ἴτω: εἰσ-ιτ-ήριον, ἐξ-ιτ-ήριον, από το ἴτε: «Ἴτε παῖδες Ἑλλήνων», από το ἰόντων: ἀν-ιόντα, κατ-ιόντα, ἰονισμός, ἰοντοθεραπεία, κ.λ.π.

Ἰθ- άκη: ἴθμα (βῆμα) + ἀκή (ἄκρη, προεξοχή)

«…Ἀλλ’ ἄγε μοι τόδε εἰπέ καί ἀτρακέως κατάλεξον»: Μα έλα, μίλα μου με ειλικρίνεια κατά λέξη.

«τίς πόθεν εἶς ἀνδρῶν; πόθι τοι πόλις ἠδέ τοκῆες; |ὁπποίης τ’ ἐπί νηός ἀφίκεο; πῶς δέ σε ναῦται |ἤγαγον εἰς Ἰθάκην; Τίνες ἔμμεναι εὐχετόωντο; |οὐ μέν γάρ τί σε πεζόν ὀίομαι ἐνθάδ’ ἰκέσθαι», (α΄ 171-174 + π, 57-58 + π, 222-225 + ξ, 187–190 ).

Δηλ: Ποιός άνθρωπος είσαι και από πού; Πού βρίσκεται η πατρίδα σου και ποιοι είναι οι γονείς σου; Με ποιο καράβι αφίχθης; Πώς σ’ έφεραν οι ναύτες στην Ιθάκη; Ποιοί καυχώνται πως είναι; Γιατί βέβαια δεν νομίζω ότι έφθασες εδώ πεζός;

Ο πλήρης γεωγραφικός προσανατολισμός της Ομηρικής Ιθάκης υπάρχει στην ραψωδία (ι, 21-28): «Ναιετάω δ’ Ἰθάκην εὐδείελον. ἐν δ’ὅρος αὐτῇ,|Νήριτον εἰνοσίφυλλον ἀριπρεπές. ἀμφί δέ νῆσοι|πολλαί ναιετάουσι μάλα σχεδόν ἀλλήλησιν, |Δουλίχιόν τε Σάμη τε καί ὑλήεσσα Ζάκυνθος. |αὐτή δε χθαμαλή πανυπερτάτη εἰν’ ἁλί κεῖται |πρὸς ζόφον –αἱ δέ τ’ ἄνευθε πρὸς ἠῶ τ’ ἠέλιόν τε -|τρηχεῖ’, ἀλλ’ ἀγαθή κουροτρόφος. οὔ τοι ἐγώ γε ἧς γαίης δύναμαι γλυκερώτερον ἄλλο ἰδέσθαι».

Κατοικώ στην Ιθάκη την ευκολοθώρητη. Σ’ αυτήν υπάρχει το Νήριτον το πυκνόφυτο και μεγαλοπρεπές. Αμφιτερόπλευρα της βρίσκονται πολλά νησιά κοντά σχεδόν μεταξύ τους, το Δουλίχιον και η Σάμη και η δεντρώδης Ζάκυνθος. Αυτή είναι χθών ομαλή υπέρτερη όλων στη θάλασσα προς τη Δύση, ενώ τα άλλα χωριστά προς την Ανατολή. Είναι πετρώδης, αλλά καλή παιδοτρόφος. Εγώ δεν δύναμαι να γνωρίσω άλλο γλυκερώτερον από την γην μου.

Αυτή η Ιθάκη δεν είναι ασήμαντη. Την ξέρουν πάρα πολλοί, δηλαδή όσοι κατοικούν προς την Ανατολή και όσοι προς τον ζόφον της Δύσης. Η Ομηρική Ιθάκη γίνεται (όπως κι ολόκληρη η Ελλάδα γη μας) η Ανατολή της Δύσης και η Δύση της Ανατολής, ο ομφαλός της γης. Βέβαια είναι πετρώδης και δεν είναι κατάλληλη για ιπποδρομίες, ούτε πολύ φτωχική, μα ούτε απέραντες εκτάσεις έχει. Παράγει σιτάρι άφθονο καθώς και κρασί. Βροχές πέφτουν πάντοτε και έχει περίσσια δροσιά. Καλή για να βόσκουν γίδια και βόδια. Έχει και παντός είδους δένδρα και άφθονα ρυάκια τρέχουν.

«…εἰ δή τήνδε τε γαῖαν ἀνείρεαι. Οὐδέ τι λίην |οὔτω νώνυμος ἐστιν. ἴσασι δέ μιν μάλα πολλοί, |ἠμέν ὅσοι ναίουσι πρός Ἠῶ τ’ Ἡέλιόν τε, |δ’ ὅσοι μετόπισθε ποτί ζόφον ἠερόεντα|ἤ τοι μέν τρηχεῖα καί οὐχ ἱππήλατός ἐστιν, |ούδέ λίην λυπρή, ἀτάρ οὐδ’εὐρεῖα τέτυκται. Ἐν μέν γάρ οἱ σῖτος ἀθέσφατος, ἐν δέ τε οἶνος |γίγνεται. ἀεί δ’ ὄμβρος ἔχει τεθαλυῖα θ’ ἐέρση. |αἰγίβοτος δ’ἀγαθή καί βούβοτος. ἔστι μέν ὕλη |παντοίη, ἐν δ’αρδμοί ἐπηετανοί παρέασιν» (ν, 238-247).

Παρ’ όλα αυτά ο βασιλιάς της Ομηρικής Ιθάκης ο Οδυσσέας, σύμφωνα με τον Συβώτην Εύμαιον, έχει πολύ μεγάλη περιουσία, γιατί τότε περι-ουσία λογίζονταν ο γεωργικός και ο κτηνοτροφικός πλούτος (ο λεγόμενος πρωτογενής τομέας πλούτου). Μάλιστα μας διευκρινίζεται ότι ούτε στην μαύρη (εὔφορη) απέναντι στεριά (της Α-καρνανίας των Κεφαλλήνων), ούτε και στην Ιθάκη την ίδια υπάρχει τόση μεγάλη περιουσία, σε κανένα ήρωα. «Ἧ γάρ οἱ ζωή γ’ ἦν ἄσπετος. οὔτινι τόσση |άνδρῶν ἡρώων, οὔτ’ ἠπείροιο μελαίνης |οὔτ’αὐτῆς Ἰθάκης» (ξ, 96-8). Και την καταριθμεί: Δώδεκα κοπάδια βόδια στη στεριά. Άλλα τόσα κοπάδια πρόβατα, άλλα τόσα γουρούνια κι άλλα τόσα κατσίκια που σκορπούν και τα βόσκουν ξένοι και δικοί του τσοπάνηδες. «Δώδεκ’ ἐν ἠπείρῳ ἀγέλαι. τόσα πώεα οἰῶν,| τόσσα συῶν συσόβεια, τόσ’ αἰπόλια πλατέ’αἰγῶν |βόσκουσι ξεῖνοί τε καί αὐτοῦ βώτορες .ἄνδρες» (ξ, 100-113).

Ἐχουμε επίσης στη ραψωδία (δ, 605-608) την περιγραφή της Ιθάκης, από τον ξενιτεμένο Τηλέμαχο στην Σπάρτη, να λέγει προς τον Μενέλαο: «Ἐν Ἰθάκη οὔτ’ ἄρ δρόμοι εὐρέες οὔτε τι λειμών αἰγίβοτος καί μᾶλλον ἐπήρατος ἱπποβότειο.|Ού γάρ τις νήσων ἱππήλατος οὐδ’εὐλείμων. |αἴθ’ ἁλί κεκλίσται. Ἰθάκη δε τε καί περί πασέων». Δηλ: Στην Ιθάκη δεν υπάρχουν ούτε ευρύχωροι δρόμοι, ούτε μεγάλα λιβάδια. Γιδοτρόφος είναι, μα είναι πιο χαριτωμένη από αλογοτρόφος. Γιατί κανένα από τα νησιά που εκτείνονται στη θάλασσα δεν το διατρέχουν άλογα, ούτε εύφορα λιβάδια και περισσότερο των άλλων η Ιθάκη.

Όμως ο Δήμος της Ιθάκης περιγράφεται ως καλοκτισμένος «κατά δῆμον εὐκτιμένης» (χ, 53), με «πολυβενθή λιμένα», με το επίσης λιμάνι Ρείθρον λίγο πιο έξω από την πόλη και κάτω από το δασωμένον Νήιον «ἐπ’ ἀγροῦ νόσφι πόληος, |ἐν λιμένι ‘Ρείθρῳ, ὑπό Νηίῳ ὑλήεντι» (α, 185-6), με τεχνητή καλλίρροη μαστορεμένη κρήνη «τυκτήν κρήνην», «ἔνθα ὑδρεύοντο πολίται» (ρ,204-211). Την είχαν φτιάξει ο Ίθακος κι ο Νήριτος και ο Πολύκτορας και γύρω της απλωνόταν άλσος με υδατοτραφείς λεύκες και κυλούσε «ψυχρόν ρέεν ὕδωρ ὑψόθεν έκ πέτρης», ενώ από πάνω είχανε φτιάξει Βωμό για τις Νύμφες «βωμός δ’ἐφύπερθε τέτυκτο Νυμφάων», όπου πρόσφερε θυσία κάθε οδίτης περαστικός.

Η ανεύρεση πλήθους θραυσμάτων από τους πήλινους αγωγούς του αχαϊκού δικτύου ύδρευσης, της υπό Νηίου καλοκτισμένης Ιθάκης, από τον Δαίρπφελδ, οδηγούσε στην «Μελάνυδρον κρήνην», στο σημερινό «Μαυρονέρι» που ακόμα πηγάζει από το άλλοτε χωριό Παλαιοχώρι (νυν Νιοχώρι) και χύνεται στον εύφορο κάμπο του Νηδριού.

Εκτός των παραπάνω εν συντομία αναφερομένων, ο Δήμος της Ομηρικής Ιθάκης διέθετε και Αγορά με θρόνο, όπου δια των μεγαλοφώνων κηρύκων συγκαλούσαν σε λαϊκές συνελεύσεις τους μακρομάλληδες Αχαιούς, «αἶψα δέ κηρύκεσσι λιγυφθόγγοισι κέλευσεν |κηρύσσειν ἀγορῆνδε καρηκομόωντας Ἀχαιούς» (β, 6-7). Ο σεβασμός επίτασσε να κάνουν τόπο στους γέροντες, και ξεκινούσαν την αγόρευσή τους με την φράση «Κέκλυτε δή νῦν μευ, Ἰθακήσιοι, ὅττι κεν εἴπω»( β, 25), δηλ: Ακούστε με τώρα Ιθακήσιοι, σ’ αυτό που θα πω.

Με την επίκληση στο όνομα του Ολυμπίου Διός και της θεάς της Δικαιοσύνης Θέμιδος, άρχεται η συνέλευση, όπου η Θέμιδα είναι αυτή η οποία διαλύει και συγκαλεί τις συνελεύσεις των ανθρώπων. Το αίσθημα του δικαίου, διάσπαρτο… Λέγει ο Τηλέμαχος: «Λίσσομαι ἡ μέν Ζηνός Ὀλυμπίου ήδέ Θέμιστος, ἥτ’|ἀνδρῶν ἀγορᾶς ἡ μέν λύει. ἠδέ καθίζει. |σχέσθε, φίλοι…» (β, 161-3).

Θα πρέπει δε να σημειώσουμε και τούτο το άκρως σημαντικό. Ο Μέντορας (Αθηνά) στην συνέλευση της Ιθακήσιας Αγοράς, βροντοφωνάζει: «Νῡν δ’ ἄλλῳ δήμῳ νεμεσίζομαι, οἶον ἅπαντες |ἦσθ’ ἄνεῳ, ἀτάρ οὔτι καθαπτόμενοι ἐπέεσσιν |παύρους μνηστῆρας κατερύκετε πολλοί ἐόντες» (β, 239-241). Δηλαδἠ: Μα τώρα αγανακτώ με τον υπόλοιπο λαό, το πώς όλοι καθόσαστε άφωνοι και δεν κατακρίνετε με λόγια τους μνηστήρες, για να σταματήσουν αυτά που κάνουν, ενώ αυτοί είναι λίγοι και εσείς είσθε πολλοί.

Ἀκρως διδακτικό μάθημα δημοκρατίας και ελευθερίας της έκφρασης…

 

«Ὥς οὐδέν γλύκιον ἧς πατρίδος οὐδέ τοκήων

γίγνεται, εἴπερ καί τίς ἀπόπροθι πίονα οἶκον

γαίῃ ἐν ἀλλοδαπῆ ναίει ἀπάνευθε τοκήων». (Οδ. ι, 34-6)

(Γιατί δεν υπάρχει τίποτα πιο γλυκό απ’ την πατρίδα και τους γονείς, ακόμα κι αν κάποιος κατοικεί σε πλούσιο οίκο, αλλά σε αλλοδαπή χώρα και μακριά από τους γονείς του.