Ετικέτες

, , , , , ,

ΣΥΒΟΤΑ

Σύβοτα: Σῦς (χοῖρος)+βόσκω. Ονοματοθεσία από τον Συβώτη Εὔμαιον (τον κατ’ εξοχήν χοιροβοσκό του Οδυσσέα). Σῦς, συός =χοῖρος

Παρακείμενη δε τοποθεσία των Συβότων είναι και το χωριό Σύβρος. Ετυμολογικά και ο Σύβρος είναι: σῦς +βρώσκω.

Τα Σύβοτα σύμφωνα με την θεωρία του Δαίρπφελδ και πολλών άλλων μελετητών, είναι το Ομηρικόν «Λιμάνι του Φόρκυνος». Αν δε λάβουμε υπ’ όψη μας το έργο του Γαληνού «Ἀλληγορίες στήν Θεογονία τοῦ Ἡσιόδου», διαπιστώνουμε ότι η επεξήγηση που δίνει μεταξύ άλλων «Φόρκυς δέ ἡ περιφορά τῶν ὑδάτων», ταιριάζει απόλυτα με την κυκλοτερή περιφορά των υδάτων του κλειστού θαλάσσιου ορμίσκου, των Συβότων Λευκάδος.

Για αυτό το πανέμορφο και απάνεμο λιμάνι του Φόρκυνος, στην Οδύσσεια επί λέξει (ν 94-115) αναγράφεται: «…φάος Ἠοῦς ἠριγενείης |τῆμος δή νήσῳ προσεπίλνατο ποντοπόρος νηῦς». …Με το φέγγος της πρωτογεννημένης αυγής, είχε σιμώσει στο νησί το ποντοπόρο καράβι (των Φαιάκων, μεταφέροντας τον Ιθακήσιο Λαερτιάδη Οδυσσέα).

«Φόρκυνος δέ τίς ἐστι λιμήν, ἁλίοιο γέροντος, |ἐν δήμῳ Ἰθάκης. δύο δέ προβλῆτες ἐν αὐτῶ |ἀκταί ἀπορρῶγες, λιμένος ποτιπεπτηυῖαι,| αἴτ’ ἀνέμων σκεπόωσι δυσαήων μέγα κῦμα |ἔκτοθεν. ἔντοσθεν δέ τ’ ἄνευ δεσμοῖο μένουσιν |νῆες ἐύσσελμοι, ὅτ’ ἄν ὄρμου μέτρον ἵκωνται».

Δηλ: Υπάρχει στην Ιθάκη ένα λιμάνι του Φόρκυνος, του θαλασσίου γέροντος, όπου σχηματίζονται δυο προβλήτες σ’ αυτό από προεξέχουσες συγκλίνουσες απόκρημνες ακτές, και το προφυλάσσουν έξωθεν από την θαλασσοταραχή των ορμητικών ανέμων. Εντός του μένουν άδετα τα στερεά καράβια, όταν προσέρχονται στον όρμο κι αράζουν.

«Αὐτάρ ἐπί κρατός λιμένος τανύφυλλος ἐλαίη, |ἀγχόθι δ’ αὐτῆς ἄντρον ἐπήρατον, ἠεροειδές, |ἱρόν Νυμφάων αἵ νηιάδες καλέονται.|Ἐν δέ κρατῆρες τε και ἀμφιφορῆες ἔασιν |λάϊνοι. ἔνθα δ’ ἔπειτα τιθαιβώσσουσι μέλισσαι. |Ἐν δ’ ἱστοί λίθεοι περιμήκεες, ἔνθα τε Νύμφαι |φάρε ὑφαίνουσιν ἁλιπόρφυρα, θαῦμα ἰδέσθαι».

Στην μέσα άκρη του λιμανιού βρίσκεται ελιά με στενόμακρα φύλλα, και πλησίον της είναι μια όμορφη, σκοτεινή σπηλιά αφιερωμένη στις Νύμφες οι οποίες λέγονται Ναϊάδες. Μέσα σ’ αυτήν υπάρχουν κρατήρες και πέτρινοι αμφορείς (σταλακτίτες), όπου κάνουν κερήθρες τα μελίσσια. Υπάρχουν εκεί και λίθινοι ιστοί, όπου οι Νύμφες υφαίνουν ολοπόρφυρα αραχνοϋφαντα (υ)φάσματα, θαύμα να τα βλέπεις.

Πράγματι στον ορμίσκο των Συβότων Λευκάδος, στο κέντρο του παρατηρείται ακόμη η ύπαρξη αιγιαλού σε αντίθεση με τις συγκλίνουσες «ἀκταί ἀπορρῶγες» (απορραγείσες ακτές), οι οποίες είναι κατάφυτες από ελιές, κυρίως η μέσα άκρη του λιμανιού. Επιπροθέτως ο αρχιτέκτονας-αρχαιολόγος Δαίρπφελδ στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, στις έρευνές του εντόπισε πέντε μεγάλα και μικρά σπήλαια με σταλακτίτες υποθαλάσσια. Κι αυτό βεβαίως είναι πολύ φυσικό να συμβαίνει, αν υπολογίσουμε ότι η στάθμη της θάλασσας έχει ανυψωθεί κατά 2-3 μέτρα, από την Ομηρική εποχή.

«ἐν δ’ ὕδατ’ ἀενάοντα. Δύω δέ τέ αἱ θύραι εἰσίν, |αἱ μέν πρός Βορέαο καταιβαταί ἀνθρώποισιν, |αἱ δ’ αὖ πρός Νότου εἰσί θεώτεραι. οὐδέ τι κείνῃ |ἄνδρες ἐσέρχονται, ἀλλ’ ἀθανάτων ὁδός ἐστιν».

Υπάρχουν και νερά που αέναα τρέχουν. Είναι και δυο θύρες, από τις οποίες από την μεν Βορεινή κατεβαίνουν οι άνθρωποι, ενώ η προς τον Νότον είναι η θεϊκή. Από εκείνη δεν εισέρχονται οι θνητοί, αλλά είναι η οδός των αθανάτων.

«Ἐνθ’ οἵ γ’ εἰσέλασαν, πρίν εἰδότες. ἡ μέν ἔπειτα |ἠπείρῳ ἐπέκελσεν, ὅσον τ’ ἐπί ἤμισυ πάσης, |σπερχομένη. τοίων γάρ ἐπείγετο χέρσ’ ἐρετάων».

Εκεί λοιπόν στο λιμάνι του Φόρκυνος, εισέπλευσαν οι Φαίακες, οι από πριν γνωρίζοντες τα του σπηλαίου. Έπειτα το καράβι τους με γρήγορες κινήσεις προσάραξε στη στεριά, κατά το ήμισυ επειδή με δύναμη σπρωχνόταν από τα χέρια των κωπηλατών. Και η δελεαστική αφήγηση συνεχίζεται με τους Φαίακες να μεταφέρουν τον Οδυσσέα κοιμισμένο στην αμμουδιά (ἐπί ψαμάθῳ), τα δε «ἀγλαά» του δώρα από χρυσό και χαλκό και άφθονα καλοδουλεμένα υφαντά, να τα εναποθέτουν στην ρίζα της ελιάς της «ἐκτός ὁδοῦ» για να μην τα βρεί «τις ὁδιτάων ἀνθρώπων».

Εν συνεχεία η μεταμορφωμένη σε «ἐπιβώτορι μήλων» (βοσκόπουλο προβάτων) θεά Αθηνά, μετά την αναγνώρισή της από τον προστατευόμενό της Οδυσσέα, για να γίνει περισσότερο πιστευτή ότι επιτέλους βρίσκεται στην πολυαγαπημένη του Ιθάκη, του απαριθμεί τα χαρακτηριστικά της τοποθεσίας που βρίσκονται, λέγοντάς του (ν, 344- 351):

« Ἀλλ’ ἄγε τοι δείξω Ἰθάκης ἔδος, ὄφρα πεποίθης. |Φόρκυνος μεν ὀδ’ ἐστί λιμήν, ἁλίοιο γέροντος, |ἥδε δ’ ἐπί κρατός λιμένος τανύφυλλος ἐλαίη. |ἀγχόθι δ’ αὐτῆς ἄντρον ἐπήρατον, ἡεροειδές, |ἱρόν Νυμφάων, αἵ νηϊάδες καλέονται. |τοῦτο δε τοι σπέος ἐστί κατηφερές, ἔνθα σύ πολλάς |ἔρδεσκες Νύμφησι τηληέσσας ἑκατόμβας. |τοῦτο δέ Νήριτόν ἐστιν ὅρος καταειμένον ὕλη».

Αλλά θα σου δείξω τις τοποθεσίες της Ιθάκης για να πιστέψης. Αυτό είναι το λιμάνι του Φόρκυνος του θαλασσινού γέροντα και εκείνη η τανύφυλλος ελιά, στην μέσα άκρη του λιμανιού. Κοντά της είναι ένα όμορφο, σκοτεινό σπήλαιο, αφιερωμένο στις Νύμφες Ναϊάδες. Αυτό πάλι είναι το θολωτό σπήλαιο που εσύ πρόσφερες στις Νύμφες πολλές θυσίες. Και τούτο είναι το δεντροσκεπές όρος Νήριτον.

Στις «Νηιάδες Νύμφες» έκανε επίκληση ο «δῖος Ὀδυσσεύς» τας «χείρας ἀνασχῶν», αμέσως μόλις συνειδητοποίησε ότι βρισκόταν στην πατρική του γαία, «χαίρων», και αφού πρώτα «κύσε δε ζείδωρον ἄρουραν» (ν, 354-5). Ότι και εμείς επακριβώς πράττουμε προσευχόμενοι και επανερχόμενοι στο γενέθλιο τόπο μας, με τον ασίγαστο νόστο να καίει στα φυλλοκάρδια μας προσκυνούμε την γη μας…

Η «τανύφυλλος» Ελιά του λιμένος του Φόρκυνος (στον στίχο ν, 373), χαρακτηρίζεται «ἱερή» και στη ρίζα της κάθισαν η Αθηνά με τον Οδυσσέα προκειμένου να συσκεφθούν. Και σ’ αυτή την μικρή σύσκεψη υπό την σκέπη της ιερής ελιάς, τον προτρέπει πρώτιστα να συναντήσει τον «συβώτην» χοιροβοσκό Εύμαιο «ὅς τοι ὑῶν ἐπίουρος», παρά «Κόρακος πέτρῃ ἐπί τε κρήνη Ἀρεθούσῃ», γιατί εκεί «ἔσθουσαι βάλανον και μέλαν ὕδωρ πίνουσαι» οι τροφαντές χοιρομάννες του.

Έτσι ο Οδυσσέας «ἐκ τοῦ λιμένος προσέβη τραχεῖαν ἀτραπόν», μέσα από κακοτράχαλο δρόμο βουνοκορφών διάβηκε για να φθάση στην κυκλική «περίσκεπτη» αυλή της «Κορακόπετρας» της Ευγήρου, με την παρακείμενη «Ἀρέθουσα κρήνη». Αυτή την χοιροτρόφο μάντρα την είχε φκιάξει ο συβώτης Εύμαιος, με πέτρες που ο ίδιος τις είχε ξεριζώσει κι τις είχε στεφανώσει με φυλλωσιές αγριαχλαδιάς. Στην περίφραξή της έστησε ξύλινους «σταυρούς πυκνούς» από δρύ. «Ἔντοσθεν δ’ αυλής πλησίον ἀλλήλων δυοκαίδεκα» έφκιαξε χοιροστάσια, ως «εὐνάς συσίν» (ξ, 1-14).

Για να τονίσουμε την «τραχεῖαν» κακοτράχαλη περιοχή της «Κόρακος πέτρῃ ἐπί τε κρήνη Ἀρεθούσῃ», η και η οποία βρίσκει την καθ’ όλα εφαρμογή της στην γύραθεν περιοχή της χοιροσπηλιάς της Ευγείρου (κυρίως για το απότομο επικλινές του εδάφους και ως εκ τούτου «ἀνασφαλές» στη βάδιση), σημειώνουμε και το σημείο (Οδ. ρ, 195-196), σύμφωνα με το οποίο ο Οδυσσέας απευθυνόμενος στο γηραιό Εύμαιο του ζητάει να του δώσει, αν έκοψε από πουθενά «ρόπαλον» (εν είδος μπαστουνιού) προκειμένου να στηρίζεται λόγω της ολισθηρότητας του δρόμου. «Δός δέ μοι, εἴθί τοι ρόπαλον τετμημένον… επεί ἀρισφαλέ’ ἔμμεναι οὐδόν».

Σ’ αυτή την αφειδώς περιγραφομένη χοιροσπηλιά του γηραιού Συβώτη Ευμαίου, έχομε την εξαίρετη εξιστόρηση της συνάντησης πατέρα και γιού, όπου «Τηλέμαχος ἀμφιχυθείς πατέρ’ ἐσθλόν ὀδύρετο, δάκρυα λείβων…» (π, 213-219).

Από αρχαιολογικής απόψεως η χοιροσπηλιά στην Εύγηρο (Εὖ+γῆρας), αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα συνεχόμενα κατοικούμενα σπήλαια της Μεσογείου, με ευρήματα από την Νεολιθική, Μυκηναϊκή και κλασσική εποχή.

Γενικότερα η αναφορά της γεωμορφολογίας της περίκλειστης περιοχής του λιμανιού του Φόρκυνος, με την δεσπόζουσα «ἱερή» ελιά και τα παρακείμενα σπήλαια των Νυμφών, έχοντας πλήρη θέα στο «ἐν αὐτῇ ὅρος Νήριτον εἰνοσίφυλλον, ἀριπρεπές» της Ιθάκης, μας πείθουν και μας αποδεικνύουν ότι έχουμε να κάνουμε με το απάνεμο λιμάνι της Λευκάδος, με την σημαίνουσα ονομασία «Σύβοτα». Και η κοντινή μεν αλλά κακοτράχαλη «ἀτραπός» από το λιμάνι του Φόρκυνος προς την γειτονεύουσα Κορακόπετρα της χοιροσπηλιάς με την αείχρονη «Ἀρέθουσα κρήνη», μας οδηγεί στην Εὔγηρο, όπου σε πείσμα της λήθης των αιώνων η κεντρική της βρύση «Ἀρέθουσα» αποκαλούνταν και αποκαλείται…

Στο αρχαιολογικό Μουσείο Λευκάδος από τις έρευνες του αρχιτέκτονος-ερευνητή Δαίρπφελδ, στις αρχές του περασμένου αιώνα (1905), υπάρχουν μεταξύ άλλων και ευρήματα της χοιροσπηλιάς της Ευγήρου, κυρίως λίθινοι πελέκεις και σπαράγματα κομματιών ζωγραφισμένης κεραμικής της Νεολιθικής περιόδου.

Ας δούμε όμως τι μας αποκαλύπτουν και οι αλάνθαστες ετυμολογικές (ἔτυμον=ἀλήθεια) προσεγγίσεις των ονοματοθεσιών, των γεωγραφικών επί μέρους τόπων της Ομηρικής Ιθάκης –Λευκάδος.

«Νήριτον» το κεντρικόν όρος της Ομηρικής Ιθάκης-Λευκάδος, «Σταυρωτά» ή «Ελάτη» σήμερα (1.180 μ. υψόμετρο). «Νηρίτις» η παλαιότερη ονομασία της Ομηρικής Ιθάκης-Λευκάδος (Πλίνιος), και «Νήρικος» προ της αποικήσεως των Κορινθίων το 700 π.Χ., Λευκάς υπό Κορινθίων, Αγία Μαύρα επί Φραγκοκρατών, Λευκάς από της απελευθερώσεώς της.

«Νήιον», το «ὑλῆεν» δασωμένο με δρύες μικρότερο όρος αυτής (580μ. υψόμερο), «Σκάροι» σήμερα, ονοματοθετημένο είτε από το Σκαρί (το ξύλο των δρυών για την ναυπήγηση των καραβιών), είτε από τον Σκάρο των κοπαδιών (που αναρίθμητα πάντοτε έβοσκαν και βόσκουν στις ράχες του, αρχ. ρ. σκαίρω=πηδώ, σκιρτώ ), είτε από τα φυτά (είδος χορταριού) κάροι που φύτρωνε εκεί. Στους πρόποδες των Σκάρων (όρμος Βλυχού) ακόμα λειτουργεί καρνάγιο κατασκευής νηών (καραβιών), και βεβαίως Νήιον από την ίδια ετυμολογική ρίζα των νηών. Επιπρόσθετα στις νοτιοδυτικές παρυφές των Σκάρων (Κοκλάτα) διασώζεται ακόμη η δασωμένη τοποθεσία «Καραβιάς», διαρρεομένη από το ποτάμι «Δημοσάρι», το οποίο καταλήγει στους θεαματικούς «Καταρράχτες του Νηδριού» με εκβολή εν «πολυβενθεῖ» «λιμένι Ῥείθρῳ» (α, 186).

Ο νοτιότερα εκτεταμένος σήμερα ασφαλής λιμένας, λέγεται Ἐγκλιμενός, γιατί όπως και η ίδια η λέξη μας αποκαλύπτει, είναι ο «Ἐν καλῷ λιμένι» ελλιμενισμός των καραβιών. Ο δε ποταμός «Δημοσάρης» ετυμολογείται από την φράση «Δήμο εις ρέω», εννοώντας βεβαίως τον Ομηρικό «ὑπό Νηίῳ» Δήμο Ιθάκης, ο οποίος σήμερα αποτελεί τον Δήμο Νηδριού.

Μα και το «Νηδρίον» ή «Νηδρί» προσεγγίζοντάς το ετυμολογικά μάς αποκαλύπτει την σύνθεσή του, από το Νη (ναῦς) +δρῦς. Το ανεκτίμητο ξύλο του υπερκειμένου δρυοδάσους των Σκάρων (Νηΐου), ονοματοθέτησε και το ή Νηδρί…

«Το ξύλο της βελανιδιάς (του δρυοδάσους των Σκάρων) θεωρείται το καλύτερο για τη ναυπήγηση πλοίων, γι’ αυτό και χρησιμοποιείται ευρέως στην κατασκευή της καρίνας και των υφάλων των πλοίων. Το ξύλο της παρότι είναι πολύ σκληρό παρουσιάζει ελαστικότητα (έχει μέτριο βαθμό διαστολής-συστολής), γεγονός που διευκολύνει το έργο της ναυπηγήσεως». (Αναστασία Β. Γαζή, «ένα δάσος θυμάται», Πειραιάς 2011).

 

Ακρωτήριον Λευκάτας

«Λευκάς πέτρη»

«Ἑννῆμαρ μέν ὁμῶς πλέομεν νύκτας τε καί ἧμαρ,|τῇ δεκάτῃ δ’ ἥδη ἀνεφαίνετο πατρίς ἄρουρα, |καί δή πυρπολέοντος ἐλεύσομεν ἐγγύς ἐόντες…» (Οδ., κ, 28-30).

Εννιά μερόνυχτα ταξιδεύαμε και στην δεκάτη ημέρα άρχισε να ξεχωρίζη η πατρική μας γη, ερχόμενοι ολοένα και πιο κοντά στο φέγγος της φωτιάς…, μας εξιστορεί ο συγγράψας τα αθάνατα Ομηρικά έπη παππούς Όμηρος, αναφερόμενος στην επιστροφή του Οδυσσέα και των συντρόφων του από το νησί του Αιόλου.

Προσέγγιζαν λοιπόν παραπλέοντας την πατρική γη της Ομηρικής Ιθάκης, οι πολυπλανεμένοι μας Ομηρικοί ήρωες, έχοντας αλάνθαστο οδηγό το φέγγος της πυρφόρου φλόγας. Τι περισσότερο αλήθεια θα μπορούσε να μας πει με την εξαίρετη ποιητικότατη απόδοση των στίχων αυτών, περιγράφοντάς μας τον φωτοδότη Φάρο (των Φρυκτωριῶν😉 του κατωτάτου ακρωτηρίου της «Λευκάδος πέτρης»;

Το ίδιο «ἑκατηβόλο» Φως του σημερινού Φάρου αντικρίζουν κι όλοι οι παραπλέοντες ναυτικοί του Λευκάτα, χιλιάδες χρόνια τώρα από την Ομηρική εποχή. Έχετε αλήθεια αναρωτηθεί γιατί τόσο εύστοχα και εμπνευσμένα υπήρχε στον συγκεκριμένο αυτόν χώρο «Ιερόν του Λευκάτα Απόλλωνος»;

Μα γιατί ο θεός Απόλλων είναι ο «ἑκατηβόλος» θεός του φωτός στην Ομηρ. Ιθάκη. «…ἑκατηβόλου Απόλλωνος» (Οδ. υ, 278). Γιατί «εκάς βάλλει», από μακριά φέγγει ή από μακριά ρίχνει τα τοξωτά βέλη του φωτός του, όπου στην προκειμένη περίπτωση ως άλλος ακτινοβολών Ήλιος, φωτίζει τους προσεγγίζοντες ναυτιλομένους. Τους φωτίζει για να ανακτήσουν την ορθή πορεία πλεύσης τους, ούτως ώστε να μη συντριβούν στους απόκρημνους βράχους του Ομηρικού Ακρωτηρίου «Λευκάς πέτρη», ή του μεθομηρικού «Λευκάτα». Κι έτσι φυσικά και αβίαστα ο «Λευκάτας Απόλλων» γίνεται ο προστάτης θεός της Λευκάδος άκρης στην Ομηρική Ιθάκη, με το «εξευμενιστικό» φεγγοβόλο ιερό για χάρη του, να στεφανώνει την «εὐδείελον» (ευκολοθώρητη) κορυφή της.

Το απρόσμενο δέος που μας διακατέχει ακόμα και εμάς σήμερα στη θέα των απόκρημνων και απότομων λευκών βράχων του Λευκάτα, ευφυώς οδήγησε τους προπάτορές μας στην ίδρυση του ιερού του Λευκάτα Απόλλωνος, γιατί ο κάθε τόπος ανάλογα με την γεωμορφολογία του εκπέμπει και τις αντίστοιχες (θεϊκές;) ιδιότητές του.

Η καταπληκτική ελληνίδα λέξη-φωνή «πυρπολέοντος», αυτούσια «πυρπολεί» (ανάβει φωτιές) και σήμερα στις καρδιές και στον νου μας, εφ’ όσον με πλήρες σέβας βαδίζοντες ιεροί μυσταγωγοί της ιστορίας μας οδηγούμαστε «ἴθμα-ἴθμα» στα Ομηρικά χνάρια της πορείας του νόστου, του συνετού και πολύπαθου Οδυσσέα.

Και δεν είναι τυχαίο που ακριβώς την λαμπρότερη ημέρα της γιορτής του Λευκάτα Απόλλωνος, ο Όμηρος διάλεξε να επέλθει η κάθαρση της ύβρεως των καταπατητών μνηστήρων, με την γενομένη μνηστηροφονία. Ο ερμηνευτής των πάντων, θεός Ερμής, τις ψυχές των υβριστών τις οδηγούσε από τα ρεύματα του Ωκεανού και παρά την «Λευκάδα πέτρην» προς τις Πύλες του Ηλίου και την χώρα των ονείρων. Τις κατηύθυνε προς τον «ἀσφοδελόν λειμώνα», το κατοικητήριον των ψυχών-ειδώλων των τεθνεώτων, για να καταφέρουν να αναπαυθούν…

«Ἑρμείας… πάρ’ δ’ ἴσαν Ὠκεανοῦ τε ροάς καί Λευκάδα πέτρην, |ἡδέ πάρ’ ἡελίοιο πύλας καί δῆμον ὀνείρων |ἤισαν. αἶψα δ’ ἵκοντο κάτ’ ἀσφοδελόν λειμῶνα,|ἔνθα τε ναίουσι ψυχαί, εἴδωλα καμόντων» (Ὀδ. ω, 10-14).

Έτσι η πορεία των ψυχών παρά την «Λευκάδα πέτρην» οδηγεί στις «πύλες ἡελίοιο» (στό Εσπέρας, στο άλλοτε πεπολιτισμένο ἐς πέρας τῆς Δύσεως) καί στην χώρα των φασμάτων. Κι εκεί οι ταλαιπωρημένες ψυχές του επιγείου βίου, ερμηνευτικά προσεγγίζονται και ανάλογα ανταμείβονται με την ανάπαυση ή όχι των μακάρων. Τα ασίγαστα πάθη της ψυχής και δη της ερωτικής πλησμονής των βροτών θνητών, «ἀγιάτρευτες πληγές» ανοίγουν (όπως πάνσοφα λέει ο λαός μας), και ζητούν τον εξευμενισμό της καθάρσεως και την πλήρωση της αιωνίας αναπαύσεώς τους.

Ιερό σημάδι υπομνήσεως στο χρόνο λοιπόν η πορεία της «Λευκάδος πέτρης», με τον τοξευτή εκηβόλο θεό της αποκάθαρσης να καθαγιάζει την κορυφή της, για τον ποθούμενο εξευμενισμό των μιασμένων ψυχών και του ασίγαστου ερωτικού πάθους.

Άκρως ποιητικότατες οι αναφορές για τις εθελούσιες και μη ρίψεις από τον Λευκό Βράχο του Λευκάτα, των αδικούντων και των αθεράπευτα ερωτευμένων, και μάλιστα με την «ημισωτήρια» λύση πρόσδεσης φτερών από πουλιά στους ώμους, προσμένοντας με το ακροτελεύτιο «πήδημα» την χάρη του θεού Απόλλωνος επ’ αυτών. Τους όποιους επιζήσαντες της σκληρής αυτής δοκιμασίας, τους περισυνέλεγαν ναύτες με παραπλέουσες βάρκες στα ριζά του βράχου Λευκάτα, τους οποίους στην συνέχεια αποδέχονταν πλήρως στους κόλπους της πολιτείας τους, ως εξαγνισμένους πλέον από την όποια συμπεριφορά «ὕβρεως».

Μέχρι και πριν μερικές δεκαετίες οι ναυτικοί μας για να διαβούν την τρικυμισμένη θάλασσα του Λευκάτα, ως ένα είδος συνέχειας θυσίας και εξαγνισμού μέσα από το συλλογικό τους προγονικό ασυνείδητο, έριχναν ψίχουλα ψωμιού στα αφρισμένα κύματα λέγοντας: «Πάρε, Κυρά Ψωμί».

Το υπέρ προβεβλημένο «πήδημα τῆς Σαπφοῦς» από τον Λευκάτα, που αδίκως καταλογίσθηκε στην Λεσβία ποιήτρια Σαπφώ (κυρίως από τον ζηλόφθονα Ρόδιο ποιητή Ανακρέοντα), κατά τρείς ολόκληρους αιώνες μετά τον θάνατο της, θα πρέπει επιτέλους να ειπωθεί ότι αναφέρεται στην υμνήτρια Σαπφώ (και όχι στην ποιήτρια) για τον απελπισμένο έρωτά της στον Φάωνα. Η άφθαστη λυρική Λεσβία ποιήτρια, η «Ἑνάτη Μοῦσα», ούσα ερωτευμένη με τον επίσης Λέσβιο και αντιφρονούντα τότε στην τοπική κοινωνία της Λέσβου ποιητή Αλκαίο, περί τα μέσα του 7ου αιώνος εξορίστηκε στην Σικελία για πολιτικούς λόγους. Κατά την πλεύση της προς την Σικελία, λόγω τρικυμίας προσάραξε το πλοίο στην περιοχή του Λευκάτα κι έτσι μυθεύτηκαν τα παρεπόμενα περί κατακρημνίσεώς της, με εθελούσιο πήδημα από τον Λευκάτα. Η Ποιήτρια μετά το πέρας της εξορίας της, επέστρεψε στο Αιολικό νησί της και πέθανε σε βαθιά γεράματα στην Λέσβο…

Η γενομένη όμως αυτή μυθοπλασία προσέδωσε στον Λευκάτα την ονομασία «Κάβος της Κυράς», ενώ κατά τους χρόνους της Φραγκοκρατίας μετονομάστηκε σε «Κάβο Δουκάτο». Το εν λόγω ακρωτήριο πήρε και μια ενδιάμεση ονομασία σε «τῆς Νηρᾶς» «τῆς Ἱρᾶς », είτε από την παρακείμενη τοποθεσία των «ἱερών» ερειπίων-σπαραγμάτων, (Ἱερά –Ἱρά), είτε από το ενδεχομένως Ιερό της θήλειας θεάς Ήρας, (Ἥρα-Νηρά). Σήμερα στην Νηρά λατρεύεται ο θαλασσινός Ἀγιος Νικόλαος. Η αρχαιολογική σκαπάνη θα δείξει…

Στην πορεία του χρόνου μετά το τέλος των πολλών και απανωτών κατακτήσεων της πατρίδος μας, το ακρωτήριο Λευκάτας επέστρεψε στην αρχική του ονομασία, ονοματοθετώντας παράλληλα κι ολόκληρη την άλλοτε Ομηρική Ιθάκη σε Λευκάδα.

Η σωτηρία σκαπάνη του εμπνευσμένου Γερμανού αρχιτέκτονος-αρχαιολόγου Δαίρπφελντ, στις αρχές του 20ού αιώνος, έφερε σε παγκόσμια προβολή το ζήτημα Ομηρική Ιθάκη-Λευκάδα, και με την καίρια συμβολή του ακολούθησαν έκτοτε και ακολουθούν πολλοί νεώτεροι Ομηριστές ερευνητές. Ας παρακολουθήσουμε όμως τον ίδιο τον πρωτοπόρο ερευνητή της Ομηρικής Ιθάκης-Λευκάδος, τι γράφει για το ακρωτήριο του Λευκάτα:

«…Δεν φαίνεται να έχει αλλάξει πολύ η μορφή των βράχων από την κλασσική εποχή μέχρι σήμερα και μπορεί κανείς να συμπεράνει πόσος τεράστιος χρόνος χρειάστηκε για να σχηματισθεί η απότομη ακτή. Από τις ανασκαφές μας διαπιστώσαμε αμέσως ότι μόνο τα υψώματα Α και Β είχαν τύχει επεξεργασίας κατά το οριζόντιο και ότι διατηρούνταν ακόμη ίχνη αρχαίων κτισμάτων στα θεμέλια. Πολυάριθμα θραύσματα Ελληνικών και Ρωμαϊκών χρόνων ήλθαν στο φως. Δυστυχώς, όπως μας αφηγήθηκε ο φαροφύλακας, το υλικό των αρχαίων κτισμάτων χρησιμοποιήθηκε εν μέρει για την ανέγερση του σημερινού μεγάλου φάρου, ενώ πολλοί λίθοι, παρελήφθησαν ως λεία από παραπλέοντα πλοία. Όντως ο φάρος ανεγέρθηκε εν μέρει επί αρχαίων θεμελίων, ενώ άλλοι λίθοι χρησιμοποιήθηκαν για τα θεμέλια του πύργου. Περί τα 9 μέτρα δυτικότερα το αρχαίο θεμέλιο διαστάσεων 3,60 Χ 3 μέτρα, αποτελεί το όριο της κατεργασίας του βράχου προς δυσμάς. Οι ογκόλιθοι δεν χρησιμοποιήθηκαν εξ αρχής, σύμφωνα με σαφή δείγματα, για την κατασκευή του αρχαίου θεμελίου, αλλά ελήφθησαν από ένα παλαιότερο κτίσμα. Το τι το θεμέλιο τούτο στήριζε και από ποιο αρχαιότερο κτίσμα ελήφθησαν οι λίθοι, δεν κατορθώσαμε να εξακριβώσουμε, αφού ούτε οι τρείς τάφροι που ανοίξαμε βοήθησαν σ’ αυτό…

Επί του υψώματος Β ο βράχος είναι κατεργασμένος σε μια τετράγωνη επιφάνεια, πλευράς σχεδόν 13 μέτρων. Στη νότια πλευρά αποκαλύφθηκε αρχαίο κτίσμα κατά τις τρεις πλευρές, από πωρόλιθους, που συνδέονται με σιδερένιους συνδετήρες. Το πλάτος του κτίσματος είναι περί τα 7 μέτρα, με προέκταση προς νότο. Στο μέσο βρέθηκε η βάση στέρνας από λίθους με εσωτερική επένδυση. Ένας από τους υπερκείμενους λίθους της δεξαμενής βρέθηκε εκεί κοντά. Επειδή η δεξαμενή αυτή δεν είναι νοητή για ένα ναό και επειδή ο προσανατολισμός προς τα βορειοδυτικά, όπου πιθανολογείται η είσοδος δεν αρμόζει επίσης, πιστεύω ότι δεν πρόκειται περί ναού. Πιστεύω… ότι ο ναός του Απόλλωνα θα βρισκόταν μάλλον επί του υψώματος. Αλλά, τα λίγα εκεί λείψανα θεμελίων δεν επαρκούν για να στηριχθεί η εκδοχή αυτή και να λεχθεί οτιδήποτε ως προς το σχέδιο του ναού».

Και αυτά αναφέρονται το 1905. Αν υπολογίσουμε ότι έκτοτε ο Φάρος στον Λευκάτα «μεταρρυθμισθείς το 1930 και κατεδαφισθείς υπό των Γερμανών κατακτητών το 1943, επισκευάζεται το 1952 προς επανεγκατάστασίν του», εύκολα συμπεραίνουμε ότι τα «σήματα λυγρά» της θεϊκής παρουσίας του εκηβόλου Λευκάτα Απόλλωνος, στο ακρωτήριο της Ομηρικής «Λευκάδος πέτρης», όλο και απομακρύνονται… διαρκώς κατεδαφισμένα και ρημαγμένα…

Αστερίς

«Ἔστι δε τις νῆσος μέσσῃ ἁλί πετρήεσσα |μεσσηγύς Ἰθάκης τε Σάμοιο τε παιπαλοέσσης, |Ἀστερίς. οὐ μεγάλη. λιμένες δ’ ἔνι ναύλοχοι αὐτῆ |ἀμφίδυμοι. τῆ τόνγε μένον λοχόωντες Ἀχαιοί» (Ὀδ., δ, 844-847).

Υπάρχει κάποια πετρώδης νήσος στη μέση της θάλασσας ανάμεσα στην Ιθάκη και στην παιπαλόεσσα Σάμη, Αστερίς το όνομά της και δεν είναι μεγάλη. Σ’ αυτήν υπάρχουν πανομοιώτυπα αμφίδυμα (και από την μία πλευρά και από την άλλη) λιμάνια. Εκεί τον παραμόνεψαν (τον Τηλέμαχο κατά την επιστροφή του από την Πύλο) και τον περίμεναν οι Αχαιοί (μνηστήρες).

Και η περιγραφή της όχι μεγάλης νήσου με τους αμφιτερόπλευρους ασφαλείς λιμένες και τις ανεμοδαρμένες κορυφές, όπου καθημερινώς παραφύλαγαν οι μνηστήρες – σκοποί «ἤματα μεν σκοποί ἶζον ἐπ’ ἄκριας ἠνεμόεσσας», μας καταδεικνύει επακριβώς το νησί «Ἁρκούδι». Και καταμεσίς των Ομηρικών νήσων (της Ομηρ. Ιθάκης-Λευκάδος και της Ομηρ. Σάμης –Κεφαλονιάς) είναι, και ασφαλή δίδυμα λιμάνια έχει, και ανεμοδαρμένες κορυφές (ύψους περί τα 100 μέτρα περίπου). Μάλιστα ως φαίνεται την μεταγενέστερη όνοματοθεσία της η (καταστερισμένη;) Αστερίδα σε Αρκούδι (μικρή Άρκτο;) το απέκτησε, λόγω του σχήματος και της διάταξης των κορυφών της, προσομοιάζουσα με ξαπλωμένο μικρό αρκούδι στον ουράνιο θόλο του ορίζοντα…

Η προστάτης θεά Παλλάδα Αθηνά προτρέπει τον Τηλέμαχο κατά την επιστροφή του από την Πύλο, να απέχει το καράβι του μακριά από τα νησιά «ἐκάς νήσων ἀπέχειν ἐυργέα νῆα», να πλέει νύχτα «νυκτί πλείειν» και να αποβιβαστεί στην πρώτη ακτή της Ιθάκης «πρώτην ακτήν Ιθάκης ἀφίκηαι», για να αποφύγει (όπως και ορθώς έπραξε) την ενέδρα των μνηστήρων.

 

Ιωάννα Κόκλα

Ποιήτρια -συγγραφέας

Νικιάνα 16-9-2019